Uroplatus ebenaui
Μπλε γυαλί
Βασισμένο στο ποίημα του Ν. Εγγονόπουλου “Ο ΣΕΒΑΧ Ο ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ”
ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΚΑΤΩ, ΕΥΘΕΙΑ ΚΑΤΩ. Τρίγωνα, πολύγωνα ακανόνιστα, τραπέζια με ασύμμετρες πλευρές. Ανακατεύονται. Πρώτα το ένα, μετά δυο απΆ τΆ άλλα, μετά κάποιο τρίτο. Πάντα ανάκατα, πάντα όμως το ένα να μην ακουμπά τΆ άλλο. Κι όλα μαζί ξεκινούν απΆ την παραλία και στρώνουν δρόμο που διακλαδίζεται στα Ματογιάννια. Έτσι έφτασα μέχρι την άκρη στη Μικρή Βενετία. Ακολουθώντας ευλαβικά τα σχήματα. Ξαπλώθηκα με το πρόσωπο πρώτη φορά προς τα πάνω. Έπιανα καμιά δεκαριά τρίγωνα και πολύγωνα και τραπέζια. Λίγο μΆ έπαιρνε το νερό απΆ το κύμα. Θυμάμαι να τινάζω τις λάσπες απΆ τα μπατζάκια μου. Έβρεχε πριν λίγο. Δε μΆ ένοιαξε. Τώρα με ραντίζει αλατόνερο. Ούτε αυτό με νοιάζει. Κι ύστερα άρχισε η τελετή. Οι γυναίκες ακουμπούσαν ερωτικά γύρω μου τα μπλε διάφανα ποτήρια. Χάμω. Όλο μπλε γυαλί και δυο καράφες μπλε γεμάτες ως τα χείλη. ΑπΆ τον ουρανό με ραίνουν άνθη ποτισμένα στο οινόπνευμα. Ο ήλιος πέρασε. Ο ήλιος ξανάρθε. Αρχιζε να καψαλίζει το χώμα. Οι άντρες καλύψαν τα μάτια τους με σκούρα γυαλιά. Κάποιοι γονατίζουν, ακουμπούν τα χείλη στα μπλε ποτήρια και ρουφούν. Ξανά και ξανά. Σα σκύλοι. Με το ζόρι ξανασηκώνονται. Παραπατούν. Στροβιλίζονται με τα χέρια ανοιχτά μέσα σΆ ένα λευκό νέφος. Σα δερβίσηδες. Παιανίζουν τα σουραύλια, πάλλονται εκκωφαντικά τα τύμπανα. Οι γυναίκες ανοιγοκλείνουν τα χείλη και ρίχνουν τα κεφάλια πίσω εκστασιασμένες. Ανάβουν φωτιές. Κουνάω το κεφάλι δεξιά αριστερά. Όλα τα βλέπω μέσα απΆ το μπλε γυαλί. Διαθλάται η τελετή, στρογγυλεύουν τα κορμιά, θολώνουν τα πρόσωπα. Μετά γίνομαι άνθος κι εγώ. Αλαφρό σα φτερό. Ταλαντεύομαι καθως προσγειώνομαι άτσαλα στις πλάκες τις τρίγωνες και πολύγωνες και τραπέζιες. Παίρνω στο στόμα ένα ένα τα ποτήρια, πετώ το κεφάλι πίσω, τα ξανακουμπώ στη θέση τους. Οι μπλε καράφες αδειάζουν. Τα μπλε ποτήρια ξαναγεμίζουν. Τα χειροκροτήματα γίνονται ρυθμικά. Τα μπλε ποτήρια ξαναδειάζουν. Σε απόλυτη αρμονία με τις μουσικές. Κατεβάζω την τελευταία μου γουλιά όταν εκείνες παύουν πια. Ο ήλιος έχει ανάψει για τα καλά. Πιάνω μια ερωτική γυναίκα απΆ τις γάμπες. Με σπρώχνει. Βρωμάω καπνό και σέρνομαι. Τη βλέπω να περπατά το στενό. Τρεκλίζει λάγνα. Θα μείνω εδώ. Βαλμένος τΆ ανάσκελα. Να πιάνω κάμποσες πλάκες. Μια σκούπα με παίρνει λίγο στα πλευρά. Δε με νοιάζει. Σκατά έγινα. Αλοιφή. Με το μπλε γυαλί αγκαλιά. Ένα τέτοιο μάλιστα μου σκισε τη φτέρνα. Πονάω. Όλοι έχουμε το αδύνατο σημείο μας.
Uroplatus ebenaui
(Δια χειρός Υψικάμινος)
|