index.jpg

Δια χειρός > Ηοtel Memory > Daphne d' Arabal

Daphne d' Arabal


Και άρχοντας και νομοθέτης είναι ο έρωτας


Το σούρουπο είχε πέσει και τα παλικάρια με τις κοπελιές άρχισαν να μαζεύονται στην πλατεία του χωριού.  Στοίβαξαν τις κληματόβεργες και άναψαν τις φωτιές.  Τα κορίτσια έριξαν  από πάνω τα πρωτομαγιάτικα στεφάνια που λαμπάδιασαν αμέσως και έκαναν εκείνη τη βραδιά του Θεριστή ακόμα πιο ζεστή.
Έφτασε από τους πρώτους και την περίμενε.  Απόψε ήταν η νύχτα που ποθούσαν τόσο καιρό, η νύχτα που θα έφευγαν μαζί, μακριά απ΄ όλους. Της το είχε υποσχεθεί και θα κρατούσε την υπόσχεσή του ό,τι και να γινόταν.  Κοίταξε τις φωτιές για να διαλέξει την καλύτερη.
Την είδε να έρχεται από το στενό, πλακόστρωτο δρομάκι.  Του κόπηκε η ανάσα στη θωριά της, όπως πάντα.  Αυτή η υπέροχη γυναίκα θα γινόταν μόνο δικιά του.  Ναι, απόψε ήταν η νύχτα, η πρώτη της καινούριας τους ζωής.
«ΣΆ αγαπώ», της είπαν τα μάτια του.  «Εγώ πιο πολύ», του απάντησαν τα δικά της.
Χωρίς να μιλήσουν, πλησίασαν τις φωτιές και στάθηκαν μπροστά στην πιο λαμπερή. 
«Πότε;», ρώτησαν τα μάτια της.  «Όχι ακόμα», απάντησαν τα δικά του.
«Που;», ξαναρώτησε το βλέμμα της.  «Εκεί όπου θα σΆ αγαπώ για πάντα», αποκρίθηκε το δικό του.
«Μία!», φώναξαν οι παριστάμενοι.
«Φοβάμαι», ψιθύρισε η ματιά της.  «Κοντά μου τίποτα», της είπε η δική του.
«Δύο!», ούρλιαξαν χαρούμενοι οι άλλοι.
«Τώρα;», ρώτησε με μάτια υγρά από τον καπνό. «Τώρα, δωσΆ μου το χέρι σου», της απάντησε με τα μισόκλειστα δικά του εκείνος.
«Τρείς!», ενθουσιάστηκε το κοινό.
Στο τρίτο πήδημα της φωτιάς χάθηκαν από τα μάτια όλων.  Τους είδαν να εξαφανίζονται μέσα στους καπνούς, πιασμένοι σφιχτά από το χέρι, πανέμορφοι με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα, στεφανωμένοι από τη νεότητα και τον έρωτα.
Χρόνοι εκατό και δέκα έχουν περάσει από τότε και κάθε 24 Ιούνη, στις φωτιές του Αη-Γιάννη, το χωριό θυμάται την ιστορία του παλικαριού και της κοπελιάς που ταξίδεψαν μέσα στη φωτιά, για εκείνο τον τόπο, τον άγνωστο και μαγικό, εκεί που όλα μένουν δροσερά και νέα και το καλοκαίρι ποτέ δεν τελειώνει.
Και άρχοντας και νομοθέτης είναι ο έρωτας.

_______________________________________________________________________________________
Μια ιδέα που ξεπήδησε από το «Ένα ταξίδι στο Ελμπασάν» του Νίκου Εγγονόπουλου.  Απὸ τη συλλογὴ Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1994.
[…Ὅμως, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ προσμένη κανείς, γιΆ αὐτὸ τὸ σκοπό, τὴ γιορτὴ τ' Ἅι-Γιαννιού, τὸ καλοκαίρι. Μόνο τότες, σὰ βραδιάξη, ὁ νοσταλγὸς τῶν μακρινῶν τόπων μπορεῖ, πηδώντας τὶς φωτιές, νὰ βρεθῆ σ' ὅποια πόλη ἔχει ποτὲς του ἐπιθυμήσει…]







 «Αλίμονο στον άνθρωπο που δεν συγκινείται».



«Δεν έχει σημασία πότε γεννήθηκε και πότε πέθανε, είναι παρών».

Η Δάφνη απόθεσε τη χειρόγραφη σελίδα πάνω στις άλλες και όλες μαζί στον καφέ δερμάτινο χαρτοφύλακα.  Απολάμβανε, τΆ απομεσήμερα της Κυριακής, να ξεφυλλίζει τα «χαρτιά» του πατέρα της, τη μόνη, πια, κληρονομιά απΆ αυτόν που της είχε απομείνει.  Αυτά που μόλις είχε τακτοποιήσει αναφέρονταν σΆ έναν στενό του φίλο, το Νίκη Καλαμάρη, φυσιογνωμία μαγευτική, τεράστια, κάτοχο του μυστικού, μέλος της λέσχης των εκλεκτών.

Ξάπλωσε αναπαυτικά στη σαιζ-λονγκ στη βεράντα του δωματίου της στο Hotel Memory και άφησε το βλέμμα της να ξεκουραστεί στην ανθισμένη κουτσουπιά του κήπου από κάτω.  Σκεφτόταν αυτά που μόλις είχε διαβάσει, τις σημειώσεις του πατέρα της για τον Μπρετόν, τον Εμπειρίκο και, κυρίως, το Νίκη Καλαμάρη, ή Νίκολας Κάλας ή Μ. Σπιέρρο ή Νικήτα Ράντο.  Τέσσερα ονόματα, ο ίδιος άντρας.  Μα θα μπορούσε να είναι και τέσσερις άντρες.  Ο υπερρεαλιστής ποιητής, ο οξυδερκής κριτικός τέχνης, ο ορθόδοξος Μαρξιστής  που, ωστόσο, ως παιδί, μεγάλωνε με γκουβερνάντες και έπαιζε με πριγκιπόπουλα.  Μα πάνω απΆ όλα ο μεγάλος αναχωρητής, ο διαρκής επαναστάτης, ο πραγματικά ελεύθερος, ο διανοητής, ο πρωτοπόρος, ο καινοτόμος, ο τολμηρός.  Αυτός που τόση αίσθηση έκανε στην εποχή του, ο πολυγραφότατος και πανταχού παρών, ο συνοδοιπόρος του Εμπειρίκου κι ένας από τους «Αίγαγρους» της Οκτάνας, που δεν συμβιβάστηκαν κι έφυγαν από τα πεδινά για τα βουνά, για να πατήσουν «στων απορρώγων κορυφών τα πιο υψηλά Ωσαννά!», ο προσωπικός φίλος και μαθητής του Μπρετόν, ο συνομιλητής, με επιστολές, του Θεοτοκά, ο πρώτος που αναγνώρισε τη σημασία του Κάλβου και του Καβάφη.  Κι ωστόσο, ο περίεργα αγνοημένος και αποσιωπημένος σήμερα από τους ελληνικούς κύκλους των «γραμμάτων και των τεχνών».

 Ίσως, όμως, να μην είναι και τόσο περίεργο αυτό, για εκείνον που έγραψε «... Προτιμώ τα γκαρσόνια που μιλούν δέκα γλώσσες, παρά λογοτέχνες που γράφουν σε μια, όταν δεν έχουν τίποτες να πουν... οι μοντέρνοι γράφουν χωρίς να ξέρουν τι ζητάνε... όλα αισθητική. Κι η τέχνη έτσι, φιλτραρισμένη από κάθε άλλη αντίληψη, από κάθε περιεχόμενο, γίνεται καθαρή, τόσο καθαρή που εμείς συγχέουμε τη διαφάνειά της με ανυπαρξία...πρέπει τον ατέλειωτο ψυχολογικό ψίθυρο να πνίξουμε με το θόρυβο των κοινωνικών μας συνθημάτων...τη ..."Μοντέρνα Τέχνη" πρέπει να πολεμήσουμε με την "Προλεταριακή Τέχνη"».  Η Δάφνη θυμήθηκε και κάτι που είχε γράψει σχετικά  ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος: « Πράγματι, αρχικά ένας επαναστατικός μαρξιστής και ταυτόχρονα ένας γνήσιος καθόλα υπερρεαλιστής και κατόπιν ένας εν μέρει τροτσκιστής μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '40 περίπου (σε ηλικία 25 ετών πιστεύει στην αυτονομία των καλλιτεχνικών φαινομένων), είναι λογικό να μείνει ανέντακτος και τελικά να αγνοηθεί. Αλλωστε ήταν και ο μόνος Έλληνας που συμμετείχε στο υπερρεαλιστικό κίνημα ενεργά με το θεωρητικό έργο του και την προσωπική επαφή με τον Breton. Ο ίδιος ο Breton τον θεωρούσε ως έναν από τους πρωτεργάτες του υπερρεαλιστικού κινήματος. Αλλος ένας λόγος για να αγνοηθεί, ειδικά από τη στιγμή που εγκατέλειψε την Ελλάδα για πάντα, μέσω Παρισίων και Λισσαβόνας, και εγκαταστάθηκε στη Νόβα Γιόρκη στα 1940»


[…]Θάθελα να φτιάξω έναν ουρανό
ναΆχω τώρα που νύχτωσε ένα στερέωμα να κοιτάζω
θα τοΆκαμνα μεγάλο, γιομάτο άστρα με σχήματα παράξενα
θα τουΆβαζα αντίς απόΆνα δυο φεγγάρια ανόμοια
τοΆνα μικρό σαν παιδί, τΆ άλλο μεγάλο σαν παράπονο[…]

       
Η Δάφνη έκλεισε τα μάτια στο απογευματινό φως.



   

Σημειώσεις:

1. Ο τίτλος ανήκει στον Νίκολας Κάλας
2. Η φωτογραφία είναι από το Φωτογραφικό Αρχείο του Ε.Λ.Ι.Α.
                        
  





Tο φιλί που τη συντρόφεψε


Περιμένοντας ταξί έξω από τον ηλεκτρικό του Φαλήρου, παρακολούθησε αδιάφορα έναν καυγά ανάμεσα σε έναν ελεγκτή και μια νεαρή γυναίκα που ταξίδευε χωρίς εισιτήριο.  Μπήκε στο πρώτο που σταμάτησε μπροστά της.  «Κολωνό», είπε στον οδηγό. 

Στον Κολωνό.  Να περπατήσει στους δρόμους που μεγάλωσε η μάνα της, νΆ ακολουθήσει τα χνάρια της στο χώμα, να δει –αν μπορέσει- τη γειτονιά την πιο παλιά της Αθήνας με τα μάτια της.  Το μητρικό σπίτι, εκεί στη συμβολή των οδών Λένορμαν και Δράμας, δεν υπάρχει πια.  Στη θέση του μια BP τροφοδοτεί με καύσιμα τη γειτονιά.

Θυμόταν το σπίτι, όταν ερχόταν στους παππούδες τα καλοκαίρια.  Μεγάλο, δίπατο, με κήπο και αυλή.  Κι απέναντι απΆ το σπίτι οι δίδυμοι κινηματογράφοι ΑΡΜΟΝΙΑ και ΑΣΤΟΡΙΑ, πρώτης προβολής με δύο έργα έκαστος την εβδομάδα.  Και πιο κάτω το ΑΚΡΟΝ, θερινός αυτός, με πάνινες πολυθρόνες και χαλίκι και αγιόκλημα.  Να μπαίνει το χαλίκι στα πεδιλάκια και η μυρωδιά απΆ το αγιόκλημα στην ψυχή.

Σταμάτησε το ταξί στο Λόφο του Κολωνού.  Θα συνέχιζε με τα πόδια.  Ανέβηκε στο Λόφο για ένα γρήγορο «προσκύνημα».  Το καφενείο που καθόταν ο παππούς, όταν την πήγαινε να παίξει, εκείνο με τα σιδερένια τραπεζάκια και τις ξύλινες άβολες καρέκλες, είχε γίνει, πια, καφετέρια πολυτελείας.  Ολόκληρος ο Λόφος είχε αναμορφωθεί. Τέλος η άναρχη βλάστηση, τώρα υπήρχαν παρτέρια σχεδιασμένα από αρχιτέκτονα κήπων.  Και, ω, τι έκπληξη!  Ένα μικρό, ανοιχτό θέατρο, ανάμεσα στα δέντρα.

Κατέβηκε τα πέτρινα σκαλοπάτια της ανατολικής πλευράς, το ίδιο γλιστερά και απότομα όπως τα θυμόταν.  Πέρασε πίσω από το ιερό της μικρής εκκλησιάς της Αγ. Ελεούσας, εκεί που ο γιος του γιατρού την είχε πρωτοφιλήσει με το φιλί που τη συντρόφεψε το βαρύ και μοναχικό χειμώνα που ακολούθησε, στο Παρίσι.

Έφτασε σπίτι.  Πήρε ένα μεταλλικό νερό από τον αυτόματο πωλητή του βενζινάδικου.  Οι γόβες της σε μια λιμνούλα λαδιού μηχανής.  «Στην υγειά σας», είπε στους παππούδες.


Εκχώρηση Ονόματος .gr - Φιλοξενία Δικτυακού Τόπου - Κατασκευή & Ενημέρωση από την Ένωση Ελλήνων Χρηστών Internet