index.jpg

Δια χειρός > Ηοtel Memory > Φαμ Φρακτάλ

Φαμ Φρακτάλ









Τα βάσανα της αγάπης
 
 
Καθώς ανέμισαν                                                            Καθώς μ΄άγγιξε
τα μαλλάκια της                                                            το Impulse
έτσι μπροστά στα μάτια                                                 η φυσική του ή όχι
μου                                                                               μυρωδιά
λες και σαν ξαφνικά να ξύπνησα                                     λες και σαν ξαφνικά να ξύπνησα
και για πρώτη φορά                                                       και για πρώτη φορά
την είδα                                                                         το είδα
-και την επρόσεξα-                                                         -και τον επρόσεξα-
την ωραία                                                                      τον ωραίο
νεαρή                                                                            ώριμο
κόρη                                                                              άντρα

με συνεκκίνησε                                                               με αναστάτωσε
η αρμονία                                                                      το γερό του
των κινήσεών της                                                           πάτημα
η ραδινότης των μελών                                                   η στιβαρότητα του πηγαινέλα
του κορμιού της                                                             των μπράτσων του
η γοητεία του βλέμματός                                                 η γοητεία των γκρίζων
της                                                                                του μαλλιών
η απαλή στρογγυλάδα                                                     η ήρεμη δύναμη
των μαστών της                                                              των γλουτιαίων του
η όλη χάρη τέλος                                                             η όλη ασφάλεια τέλος
που ανεδίδετο                                                                 που υποσχόταν
από το                                                                           αυτό το
κομψό                                                                             καλοχτισμένο
ολόδροσο                                                                        έμπειρο
πλάσμα                                                                           σώμα

κι αμέσως σκέφτηκα                                                         κι αμέσως σκέφτηκα
-και "φιλοσόφησα"-                                                          -και "φιλοσόφησα"-
ο νους μου πήγε                                                               ο νους μου πήγε
στον αγαθό εκείνον                                                           στη χαζοβιόλα εκείνη
που μπορεί κάποτε                                                           που στάνταρ κάποτε
-μα είμαι βέβαιος-                                                            -βάζω και στοίχημα-
να υποφέρη                                                                      θα υποφέρει
μαρτυρικά                                                                        μαρτυρικά
να δυστυχήση                                                                    θα δυστυχήσει
σα θα φαντάζεται                                                             περιμένοντας
πως έχει σκέψη                                                                 πως έχει στοργή
κι έχει ψυχή                                                                      και κατονόηση
το τρυφερό                                                                       η θεϊκή
το αιθέριο                                                                         η σέξι
το                                                                                     η
πλασματάκι                                                                       κορμάρα

και να ματώνη η καρδιά του                                                 και θα κλαίει γοερά
νΆ απελπίζεται                                                                    θα απελπίζεται
ως θΆ αποδίδει                                                                     καθώς θα περιμένει
έστω και                                                                             τη μίνιμουμ έστω
κόκκο νου                                                                            ευαισθησία
στΆ ολότελα                                                                          από τη μεγάλη
άδειο                                                                                   μονάχα
μικρό                                                                                   ως μυ
κρανίο                                                                                 καρδιά




Χωρίς εισιτήριο

Τι μπόχα. Tέτοιος οσφρητικός ορυμαγδός oύτε στην Μπόχαλη. Η Ομόνοια βρομάει. Θα μου πεις, ο Πειραιάς μυρίζει νυχτολούλουδο; Όχι, αλλά την παχύρρευστη μυρωδιά του λιμανιού την καταπίνεις σαν μουρουνόλαδο που προστατεύει από το σκορβούτο στο ταξίδι προς τα νησιά. Είναι ένα γκλουκ γκλουκ, με ανταμοιβή τη νηνεμία του ορίζοντα, την οποία τέσσερις γλάροι κρατάνε σαν εργόχειρο από τα ράμφη τους. Πάρεις δεν πάρεις καράβι.
Αυτή τη στιγμή, με την οσμή της Ομόνοιας να τρυπανίζει τα ρουθούνια μου και να χύνεται στο μυαλό μου τσιτσιρίζοντάς το σαν οξύ, το μόνο που θέλω είναι λίγες βαριές γουλιές έστω Τουρκολίμανου. Δε με απασχολεί καθόλου πού και πώς και πότε έχασα το πορτοφόλι μου: αν πάρω λίγες ακόμα ανάσες από δω, θα χάσω και την όσφρησή μου. Μα να! Μεγάλη τύχη: ο ηλεκτρικός άνοιξε και θα με πάει Φάληρο ανέξοδα (ούτε κέρμα).

Ο σταθμός του Φαλήρου φαίνεται από το δρόμο σαν αποικία γλάρων. Τα πετούμενα πουλιά που διακοσμούν το στέγαστρό του είναι τόσο φυσικά σχεδιασμένα, που θέλω να στείλω συγχαρητήρια επιστολή στην επιτροπή που ενέκρινε τη μακέτα. Περπατάω πάνω στην πεζογέφυρα που βγάζει στα υπαίθρια γήπεδα δίπλα στο Ειρήνης και Φιλίας κι από κει στο λιμανάκι. Είναι πολύ ψηλή και βλέπει τη θέα από την οπτική γωνία που θα την έβλεπε το τελευταίο κατάστρωμα της Κιβωτού του Δευκαλίωνα/Νώε, αν δεν είχε αράξει στην κορυφή του Παρνασσού αλλά εδώ. Κι ας μην παραπέμπει ευθέως σε κατάστρωμα, όπως η γέφυρα με τις καραβίσιες κουπαστές στο σταθμό του Ηλεκτρικού του Πειραιά, ούτε ευθέως σε πλοίο, όπως η γέφυρα-τριήρης του Καλατράβα στην Κατεχάκη. Βγαίνω στα γήπεδα που είναι σπαρμένα ανάμεσα σε μαύρα δέντρα, μάντρες και κλειστές καντίνες, κι ύστερα στο έμπα του Τουρκολίμανου, εκεί που υπάρχει ένα ξεχασμένο spa παλαιού τύπου – χαμάμ δηλαδή. Στο καναλάκι κάτι δεμένες βαρκούλες – μια τέτοια μού υποσχέθηκε ένας πολύ καλός φίλος για γαμήλιο δώρο. Κάνω μπότζι πάνω σε όλους τους πλωτούς ντόκους, τυλίγω τις πατημασιές μου γύρω απΆ όλα τα κατάρτια σαν γιρλάντα της Ναυτικής Εβδομάδας, φτάνω με το πάσο μου ως τα βράχια πίσω από τον Ιστιοπλοϊκό (ένα παραγκο-μπαρ με στραβά φωτάκια ήταν κάποτε) – και αποχαιρετώ τη νύχτα εδώ.

Ωραία όλα αυτά. Τι θα γίνει όμως τώρα αν με πιάσει ο ελεγκτής μέσα σε κάποιο βαγόνι χωρίς εισιτήριο;




New YearΆs Eve

Με ξύπνησε το κουδούνι. Γύρω στις εννιά. Πρέπει να παραδεχτώ πως το κουδούνι ως αφηρημένη έννοια, ως κόνσεπτ, παρουσιάζει ενδιαφέρον, αλλά ως κουδούνι per se το βρίσκω αρκετά προβληματικό. Απόδειξη ότι με ξύπνησε. Σηκώθηκα μουρμουρίζοντας ασυνάρτητες αθλιότητες, έδεσα τη βαθυπράσινη ρόμπα μου και πήγα στην πόρτα. Καθώς άπλωνα το χέρι προς το πόμολο, η αιφνίδια επιφοίτηση μΆ έκανε να παγώσω. Πρωί 31ης Δεκεμβρίου. Aρα... Ναι. Aρα, κάλαντα.

Παραδόξως, μετά από μια φευγαλέα αμφιταλάντευση, άνοιξα την πόρτα. Δεν είμαι σίγουρος γιατί το έκανα, αλλά μια ψαγμένη εξήγηση είναι ότι η συνειδητοποίηση του τι με περίμενε από πίσω ήταν πολύ νωπή και κατά συνέπεια δεν είχα προλάβει να αναπτύξω επαρκείς αντιστάσεις. Όπως και να Άχει, άνοιξα.

Πριν καν προλάβουν να γεννηθούν οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις οπτικής επαφής με το αντίπαλο δέος (όπως ορίζονται, συμβατικά, με την ύπαρξη ανάμεσα στην κάσα και την πόρτα κενού επιτρέποντος τη διέλευση μιας τυπικής γάτας), το ακουστικό μου πεδίο πλημμύρισε με την κλαγγή μετάλλου πάνω σε μέταλλο και μια φρικαλέα διασκευή του διαχρονικά αποτρόπαιου «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά». Ως γνωστόν, τα μεγαλύτερα εγκλήματα κατά της τέχνης διαπράττονται από δήθεν αθώες παιδικές ψυχές.

Αυτόν τον έκοψα γύρω στα δώδεκα, εκείνη γύρω στα δέκα. Ομολογώ ότι είχαν συμπαθητικές μούρες, και η ομοιότητα δεν άφηνε κανένα περιθώριο αμφιβολίας πως οι αοιδοί απέναντί μου ήταν αδέρφια.

«Εντάξει, παιδιά, φτάνει, ευχαριστώ» είπα ανέκφραστος.
«...κι α-α-α-αρχή, αρχή καλός μας χρόνος, εκκλησιά, εκκλησιά...»
Τους έκανα νόημα με το χέρι να σταματήσουν.
«...Αρχή που βγήκε ο Χριστός, άγιος και...»
«ΣΚΑΣΜΟΣ!!!»

Η λέξη αντήχησε για λίγο στο κλιμακοστάσιο. Τέσσερα μάτια με κοίταξαν εμβρόντητα. Και μετά σιωπή. Ασυναίσθητα, θαρρώ, πιάστηκαν χέρι χέρι. Η ισχύς εν τη ενώσει απέναντι στον ξαφνικό εχθρό. Παραλίγο να χαμογελάσω.

«Γιατί είστε εδώ, παιδιά; Δεν πήρατε δώρα τα Χριστούγεννα; Μήπως είστε αχόρταγα;»
«Όχι, λέμε τα κάλαντα» είπε χαμηλόφωνα το κοριτσάκι.

Προσπάθησα να σκεφτώ αν η απάντηση ήταν μπαρούφα ή αριστούργημα. Δεν κατέληξα.

«Λοιπόν, καλή χρονιά» είπα κι έκλεισα την πόρτα. Aκουσα βήματα να κατεβαίνουν τις σκάλες.

Στάθηκα δυο στιγμές σκεπτικός κι ύστερα πήρα το πορτοφόλι μου και βγήκα στο μπαλκόνι. Τα είδα να βγαίνουν από την κεντρική είσοδο. Τους φώναξα και σήκωσαν τα κεφάλια. Πέταξα ένα κέρμα των δύο ευρώ και το αγόρι το έπιασε στον αέρα.

«Για να μην ξαναπατήσετε ποτέ» είπα, και τους έκλεισα το μάτι.
          
Και δώρα φέροντες... an even bigger splash (black cats are superstitious, http://miaavyssokikriblogspot.com).


Το δείπνο μετά

Όταν μπαίνω σε εκκλησία, ανάβω πάντα δύο κεριά: για τους δύο μου παππούδες που έχουν πεθάνει. Υποτίθεται ότι είναι μια πράξη νοσταλγίας, αλλά περισσότερο είναι μια πράξη αυθαιρεσίας: αυτοί οι δυο, όχι να λιώνουν με τις ώρες στο ίδιο μανουάλι, ούτε να κάτσουν να φάνε στο ίδιο στρωμένο τραπέζι δεν μπορούσαν.

ΚατΆ αρχάς, ο ένας κοιμόταν με τις κότες, ο άλλος σχεδόν με τα κικιρίκου –δηλαδή άλλος πήγαινε για δείπνο κι άλλος πήγαινε για ύπνο. Μετά, ο ένας έπινε μόνο νερό, ο άλλος δεν κατέβαζε μπουκιά χωρίς ούζο ή ρετσίνα. Ο ένας κατάπινε σαν χάπια τις μαύρες, στην άρμη ελιές που έφτιαχνε μόνος του, ο άλλος πάθαινε αναγούλα αν εμφανίζονταν ελιές στο τραπέζι. Ο ένας μασαμπούκιαζε, με το μάγουλο φουσκωμένο σαν ασκί, μιλώντας δυνατά και φτύνοντας, ο άλλος στερέωνε πετσέτα στο λαιμό, χρησιμοποιούσε μαχαίρι-πιρούνι (δεξί-αριστερό) και απαιτούσε επιδόρπιο. Αν τους ήξερε ο Αρκάς, θα έκανε μεγάλη επιτυχία σχεδιάζοντάς τους να δειπνούν μαζί στο «Η ζωή μετά».

Εννοείται ότι σε μια τέτοια περίπτωση εγώ θα ήμουν ο Aγγελος. Θα καθόμουν στο μάρμαρο κάτω από το κυπαρισσάκι και θα σχολίαζα: «Οι κότες αργούν ακόμα να κοιμηθούν – έβαλα στο κοτέτσι μηχάνημα καραόκε». Και: «Μη σιχαίνεσαι, αυτό δεν είναι ελιά. Είναι ψόφια κατσαρίδα». Kαι: «Εγώ τα μπέρδεψα τα ποτήρια. Σκέφτηκα να λανσάρουμε και εδώ πάνω την Πίτα του Παππού». Και: «Αυτό που κόβεις με τόση προσοχή μόλις εκτοξεύτηκε από κάποιο στόμα».

Θα το διασκέδαζα έτσι όπως θα Άθελα να το είχα διασκεδάσει (αντί να το έχω στραβοκαταπιεί) στην επίγεια ζωή τους.




Μπερτόδουλος

O  θείος Μίμης, ο αδερφός της μαμάς μου, είχε ένα Fiat Bertone – στην οικογένεια το λέγαμε Μπερτόδουλο, παρατσούκλι που είχε λανσάρει ο μπαμπάς μου. Με το Μπερτόδουλο ο θείος Μίμης εντυπωσίαζε τις τουρίστριες: τις φόρτωνε δυο δυο στο διθέσιο και γκάζωνε στην προκυμαία. Το ρεκόρ ανθρώπων που είχε κουβαλήσει ο Μπερτόδουλος ήταν πέντε, όλοι της οικογενείας μας.

Την εποχή που πήρε τον Μπερτόδουλο, ο θείος Μίμης ήταν τρίτος καπετάνιος, περιβόητος χαρτοπαίκτης (πόκερ, κούκος μονός, κούκος διπλός) και κάπως ιντελεκτουέλ. Είχε γραφικό χαρακτήρα που τον χάζευες και διάβαζε ποίηση. Είχε και μια κρεατοελιά στη μύτη, που δε χαλούσε την αρρενωπή και λεβέντικη ομορφιά του. Μου έκανε «γυμναστικές» (π.χ. με έπιανε από τα πόδια και με κρεμούσε ανάποδα) και μου έλεγε «θες να παίξουμε τις χώριες κουμπάρες;». Από τα ταξίδια του έφερνε κασετόφωνα, ασπρόμαυρες φωτογραφίες με μανούλια που τον περίμεναν στα λιμάνια και άκρως κοψοχολιαστικές ιστορίες (αληθινές) για το πώς γλίτωσε από βέβαιο πνιγμό.

Ένα ψάρι από το καμάκι του, μία Ιταλίδα τουρίστρια, τον ερωτεύτηκε τελεσίδικα και, τρόπον τινά, ζήτησε το χέρι του από τη γιαγιά μου. Μέσα σε κλάματα και ξεριζωμένες τούφες από μαλλιά, ο θείος Μίμης διάλεξε την Ιταλίδα και έγινε Ευρωπαίος. Εργάστηκε στους φημισμένους οίκους κοσμημάτων από πλατίνα της Βόρειας Ιταλίας. Φόρεσε ακριβά ρούχα. Έβγαλε την κρεατοελιά. Δεν έκανε παιδιά. Όταν ερχόταν στο νησί τρώγαμε αστακούς, ωστόσο μια φορά που ήρθε φάγαμε ξύλο – εγώ δηλαδή, σε μια πολυπρόσωπη σκηνή από τις πιο τραυματικές της ζωής μου. Από τις θαλασσοδαρμένες του μέρες κράτησε την εμπειρία με τον Ινδονήσιο μαθουσάλα που προέβλεψε με ακρίβεια την τύχη ενός παράξενου μπάρκου – και άρχισε να μελετά το μέλλον σε παλάμες και αστρολογικούς χάρτες.

Όταν ο θείος Μίμης χώρισε, η γιαγιά μου ανακάλυψε τις αρετές της Ιταλίδας. Ωστόσο χάρηκε που θα τον είχε να μένει στο από κάτω σπίτι - εκεί που πριν υπήρχε παλιατζαρία και κότες, παλιότερα κατσίκες και αγελάδες. Ασχολίες του θείου Μίμη έγιναν πλέον το χρηματιστηριακό πόκερ, το περιβόλι και η αστρολογία – σύντομα, η συνεχής πτώση του ΧΧΑ και της αγάπης του θείου Μίμη για την πιάτσα τον περιόρισαν στις δύο τελευταίες.

Ο δεύτερος γάμος του (ζωντοχήρα, δύο μεγάλα παιδιά) ζώνει την οικογένεια με μουγκές απορίες για την τύχη της κληρονομιάς. Οι δικές μου απορίες είναι μιλητές και σχετικές με το αν έχει καλό γενέθλιο χάρτη ο τάδε Αιγόκερως που μΆ ενδιαφέρει και αν κάνει καλό compatibility με τον δικό μου. Μάλλον είναι ένας ζαβός τρόπος να ερχόμαστε πού και πού σε επικοινωνία, εγώ με το μοναδικό μου θείο κι αυτός με το πρώτο ανίψι του, κάτι σαν το παιχνίδι μας «οι χώριες κουμπάρες» σε μια μετα-οικεία εκδοχή.


ΥΓ. Ο Μπερτόδουλος πουλήθηκε τα χρόνια της Ιταλίας σε κάποιον στο νησί. Αυτός αργότερα τον μεταπώλησε. Αγνοώ αν έχει καταλήξει στα λίγα Fiat Bertone που κυκλοφορούν στους δρόμους της Αθήνας.






Δισδιάστατα

Θες δε θες,
Ακούω το σφυγμό σου,
Στους καρπούς σου σπαρταράει ο μοντέρνος εαυτός σου
Και στα πλήκτρα κάνει γκελ,
Αναπάντεχη Βαβέλ.
Σαν απόστολος: διαβάζω και φωτίζομαι απ' το φως σου.

(Ρεφρέν)

Θες δε θες, θα σε λατρεύω δισδιάστατα
Από την οθόνη, στο σκοτάδι, μόνη.
Να διαβάζω τις δικές σου λέξεις, παύσεις, παρελθόντα άστατα,
Όσο προφταίνω, δε θα χορταίνω.
Συνδέομαι και μπαίνω.

Κάτι σαν
Αγάπη, σαν λατρεία,
Πώς γεννήθηκε χωρίς ματιές, μονάχα απ' τα ψηφία;
Παρεξήγηση καμιά
Αν αυτή η ζωή-ζημιά
Στη σιωπή της ομερτά κάνει παιχνίδι, σαν μαφία.






Ως ουκ είθισται


Έχω κρατήσει από τότε πέντΆ έξι SMS στο κινητό - αυτά που εκείνη ήταν όχι-και-τόσο-μεθυσμένη κι εγώ όχι-και-τόσο-νηφάλιος. Πες πως η ιστορία πήγαινε κάπως έτσι:
«ΑΝ ΛΕΩ ΑΝ ΜΟΥ ΡΘΕΙ ΜΕ ΦΙΛΟΞΕΝΕΙΣ ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ ΣΟΥ ΚΟΡΙΤΣΙ;» «ΝΑΙΑΙ! ΘΑ ΝΑΝΟΥΡΙΣΤΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟ ΠΛΙΤΣ ΠΛΑΤΣ ΔΙΟΤΙ ΕΣΤΗΣΑ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΚΥΜΑ!» «ΕΧΕΙ ΞΥΠΝΗΤΗΡΙ Η ΣΚΗΝΗ ΣΟΥ; ΠΡΕΠΕΙ ΤΟ ΠΡΩΙ ΝΑ ΠΑΡΩ ΜΠΑΓΚΑΖΙΑ ΑΠΟ ΦΡΟΣΩ ΑΠΑΡΤΜΕΝΤΣ. ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΦΕΥΓΕΙ ΣΤΙΣ ΟΧΤΩ ΤΑΞΙΔΙ ΓΙΑ ΤΗ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ» «ΜΗΝ ΑΝΗΣΥΧΕΙΣ, ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΤΑ ΚΟΚΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΠΛΑΝΟ ΑΓΡΟΚΤΗΜΑ (ΕΧΕΙ)»
Cut
«ΚΑΛΝΤΕΡΑ. ΒΟΤΚΕΣ. ΘΕΛΩ ΣΑΝ ΤΡΕΛΟΣ ΝΑ ΣΟΥ ΓΛΕΙΨΩ ΤΟ ΜΟΥΝΙ. ΘΕΛΩ ΝΑ ΧΥΣΕΙΣ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ ΜΟΥ» «ΝΑΙ, ΝΑ ΜΕ ΡΟΥΦΗΞΕΙΣ ΣΑΝ ΑΧΙΒΑΔΑ. ΕΙΜΑΙ ΜΕΘΥΣΜΕΝΗ ΚΑΙ ΑΠΟΛΥΤΑ ΞΥΡΙΣΜΕΝΗ ΕΚΕΙ ΚΑΤΩ. ΚΙ ΑΥΤΟΣ Ο ΠΟΥΤΣΟΣ ΣΟΥ…» «ΚΑΥΛΑ ΜΟΥ. ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΠΟΥ ΜΟΥ ΕΒΑΛΕΣ ΔΑΧΤΥΛΟ ΣΤΟΝ ΚΩΛΟ ΚΑΙ ΤΡΕΛΑΙΝΟΜΑΙ. ΠΕΣ ΜΟΥ, ΣΆ ΑΡΕΣΕ ΠΟΥ ΣΕ ΠΟΝΕΣΑ;» «ΠΕΡΠΑΤΩ ΣΤΟ ΚΟΛΩΝΑΚΙ ΜΕ ΚΑΥΛΩΤΙΚΗ ΜΕΛΑΝΙΑ ΣΤΟ ΧΕΡΙ. ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΦΟΡΑ ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΟΥ ΤΟ ΣΠΑΣΕΙΣ ΣΤΆ ΑΛΗΘΕΙΑ»
Cut
«ΜΙΚΡΗ ΜΟΥ ΚΡΥΦΗ ΑΜΜΟΥΔΙΑ. ΤΟ ΚΟΡΜΙ ΣΟΥ ΘΥΜΑΜΑΙ. ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ. ΔΕ ΧΟΡΤΑΣΑ ΝΑ ΤΑ ΚΟΙΤΑΩ. ΕΛΑ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ ΣΟΥΚΟΥ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ» «ΑΧ ΜΗ ΜΟΥ ΤΟ ΚΑΝΕΙΣ ΑΥΤΟ! ΣΚ ΞΕΝΥΧΤΑΩ ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ. ΠΟΣΟ ΜΙΣΩ ΤΩΡΑ ΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΕΙ. ΑΛΛΑ ΕΣΕΝΑ ΠΟΣΟ ΠΟΛΥ ΔΕ ΣΕ ΜΙΣΩ…» «ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΦΑΝΤΑΣΤΕΙΣ ΠΟΣΟ ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙΣ. ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΕΔΩ ΝΑ ΗΣΟΥΝ. Η ΦΕΤΑ ΛΕΜΟΝΙ ΣΤΗ ΒΟΤΚΑ ΜΟΥ» «ΣΕ ΒΛΕΠΩ ΣΥΝΕΧΩΣ. ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ ΣΤΟ ΦΑΝΑΡΙ, ΣΤΕΚΕΣΑΙ ΣΤΟ ΒΡΑΧΟ. ΒΟΥΤΙΑ. ΤΙΡΚΟΥΑΖ. ΦΙΛΙ»
Cut
Όταν γύρισα στην Αθήνα, δεν μπήκα στη διαδικασία να στέλνω SMS κι ούτε απάντησα στην κλήση της. Το καλοκαίρι είχε τελειώσει, άρχιζε πάλι η πραγματική ζωή. Η οποία, με τη διαπίστευση του Σεπτέμβρη, είθισται να κολοβώνει τα θερινά ρομάντζα, αυτούς τους έρωτες περιορισμένης εμβέλειας, χαμηλών προδιαγραφών.
Μια νύχτα, πολύ σύντομα, τρακαρίστηκαν τυχαία οι παρέες μας – κάποιος κοινός γνωστός, κάποιες συστάσεις στο όρθιο, βρεθήκαμε να χαιρετιόμαστε με χειραψία. Το χέρι μου πόνεσε. Όπως πονάει το κόψιμο από μαχαίρι. Όπως υποψιάστηκα ότι πονάει το κόψιμο μαχαίρι στο καλοκαίρι.
Οδηγώντας γρήγορα προς το σπίτι, έδωσα volume στο τραγούδι που έπαιζε:

Μικρέ μου εφιάλτη, ποιος το ξέρει
αν αυτό το καλοκαίρι
αρνηθεί να μας χαρίσει
ό,τι έσωσε απΆ τη φύση
Αν η πάλη στα χωράφια
μας δώσει για έπαθλο αγκάθια
αν οι θάλασσες καλέσουν
χίλιους φόβους για να παίξουν.
Αν τελικά εγώ είμαι ο θύτης,
ο υπέρτατος αλήτης
που άλλο ένα καλοκαίρι
αντί φιλιού έδωσε το χέρι*.



*ελαφρώς πειραγμένοι στίχοι από το κομμάτι Χειραψία των Κόρε.Ύδρο







Ο άστεγος εντός- εναλλάξ μου

Έχοντας κανείς αυτονόητα ένα σπίτι μέσα στο οποίο μπορεί να κοιμηθεί σαν μωρό, να μπουσουλήσει και να κάνει κακά του, σταδιακά αντιλαμβάνεται πόσο ωραία είναι που με κάποιους το μοιράζεται. Διότι ναι μεν το να κάνεις κακά σου είναι μια υπόθεση απολαυστικής μοναξιάς από τη παιδική ηλικία ως τα γερατειά, αλλά δεν ισχύει το ίδιο με το φαγοπότι, τη φασίνα, το Trivial Pursuit κτλ. Όσο μεγαλώνεις και δένεσαι με τη μαμά, τον μπαμπά, τον αδερφό, την αδερφή, τη γιαγιά κοκ., τόσο μεγαλώνει η αίσθηση ασφάλειας, χωνεύεται η αποδοχή, πολλαπλασιάζονται τα κοινά βιώματα. Έτσι, η διεύθυνση της οικίας σου, από στοιχείο της ταυτότητάς σου, γίνεται παροχέας ταυτότητας. Ανήκεις στην οικογένεια της οδού π.χ. Αγίου Ισιδώρου 11.
Το οικογενειακό κεραμίδι είναι κάτι σαν προαπαιτούμενο μάθημα, Στέγη 1, για να προχωρήσεις στις επόμενες στέγες της ζωής. Οι οποίες υπάρχουν εν αφθονία, επομένως κάπου, λέει, θα χωρέσεις – όλο και κάτω από κάποια μουσική, κάποια αισθητική, κάποιο πολιτικό στίγμα, κάποιο μότο ζωής, κάποιο όνειρο θα βρεις τους ομοίους σου. Έλα όμως που μερικοί άνθρωποι, παρΆ όλο που επιδιώκουν να ενταχθούν κάπου, όντως δε χωράν πουθενά, διότι η φυσική τους τάση είναι να κινούνται στα όρια των τσιφλικιών: Είναι control freak για τους χύμα και χύμα για τους control freak. Είναι της κιθαριστικής σκηνής για τους της κλαμπ κουλτούρας και της κλαμπ κουλτούρας για τους της κιθαριστικής σκηνής. Είναι φιλελεύθεροι για τους αριστεριστές και αριστεριστές για τους φιλελεύθερους. Είναι Ολυμπιακοί για τους Παναθηναϊκούς και Παναθηναϊκοί για τους Ολυμπιακούς – οκέι, αυτό δεν ισχύει, η ποδοσφαιρική ταυτότητα είναι η μόνη κατΆ επιλογήν ταυτότητα που παραχωρείται με ενθουσιασμό.
Αυτοί οι άνθρωποι υποφέρουν συχνά, διότι κανείς δεν τους θεωρεί «δικούς του» και όλοι πιστεύουν ότι είναι «απΆ τους άλλους». Ακόμα συχνότερα βρίσκονται εναλλάξ κατηγορούμενοι για τα αντίθετα (π.χ. για controlfreak-ισμό και χυμ-είο), ακόμα και μέσα στην ίδια μέρα. Νιώθουν ότι, όπου και να εναποθέσουν τους εαυτούς τους, κάποιος θα έρθει να τους πετάξει έξω με επιχειρήματα. Νιώθουν ότι δεν μπορούν να αξιοποιήσουν το δικαίωμά τους να ανήκουν. Νιώθουν άστεγοι. Αλλά, καθώς για τους άστεγους έχουν στέγη, δε γίνονται δεκτοί ούτε στα δημοτικά εβδομαδιαία συσσίτια, για να μοιραστούν την υπαρξιακή μοναξιά τους.



Γεώργιος Βιζυηνός Revisited


Τι το ήθελα να τους πω ότι έχω προϋπηρεσία στην Καρακίτσος Security; Με ορίσανε μπάστακα στην πύλη του ξενοδοχείου. Την ώρα δηλαδή που εκείνοι θα φτιάχνουν πηγαδάκια στη σάλα του Hotel Memory και θα περιμένουν με αχνιστή αδημονία τυλιγμένη σε κρούστα coolness την επίσκεψη του νεκραναστημένου συγγραφέα, κάνοντας καθωσπρέπει κόντρες μεταξύ τους για το ποιος θα του απευθύνει την πιο εύστοχη ερώτηση, εγώ θα στέκομαι, λέει, στην είσοδο και θα παραφυλάω για τυχόν επίθεση παραθρησκευτικών οργανώσεων με πλακάτ-αιτήματα: «Κάτω ο λοξός διαφθορέας κορασίδων», «Στην πυρά τα νοσηρά γραπτά του φιλότουρκου» και «Γεώργιε Βιζυηνέ, go χώμα».
   Ωστόσο, έχω το σχέδιό μου. Μόλις ο κύριος Βιζυηνός πατήσει το χαλί του χολ, θα πέσω πάνω του, τάχα μου ότι τον προστατεύω από το μένος κάποιου φανατικού διαδηλωτή, και, πάνω στην αναμπουμπούλα, θα κάνω κι εγώ τις ερωτήσεις που φύτρωσαν στο κεφάλι μου εν εικοστώ πρώτω αιώνα: «Ποια θα ήταν η συμβολή του Ίντερνετ στη μυθοπλαστική ικανότητα του παππού στο Μόνον της ζωής του ταξείδιον; Θα εμπλούτιζε ή θα περιόριζε τα ταξίδια της φαντασίας του;», «Θα προέβαινε σε εξωσωματική γονιμοποίηση η μητέρα της Αννιώς, αντί να επιλέξει τη λύση της υιοθεσίας, για να αποκτήσει το πολυπόθητο κορίτσι; Ένα φυσικό θηλυκό τέκνο θα μετρίαζε τις ενοχές της για τον ακούσιο φόνο του παιδιού της;», «Αν ο Μοσκώβ-Σελήμ έβλεπε κάποιον ψυχοθεραπευτή, θα ξεπερνούσε το έλλειμμα πατρικής αγάπης και θα έπαυε να σέρνεται στους πολέμους; Η απελευθέρωση των ομοφυλοφίλων θα επηρέαζε τη σεξουαλική ταυτότητα και προσανατολισμό του;», «Η εμεσενική γραφή milia αποδίδει τη φύση του πράγματος, συνδέεται με την παράσταση του δέντρου, ή απορρίπτεται ως δηλωτική μίας άλλης, ξένης παράστασης, όπως η λέξη μηλέα;»
     Έχω κάνα δυο ακόμα ερωτήσεις να του κάνω, αλλά επειδή ο χρόνος μου θα τελειώνει, καθώς το γύρω γύρω εμού και του συγγραφέα στις περιστρεφόμενες πόρτες θα θορυβήσει τον υπεύθυνο του χοτέλ (ο οποίος θα πλησιάσει για να τον οδηγήσει αυτοπροσώπως και ασφαλώς στη σάλα), στα τελευταία δευτερόλεπτα του τετ α τετ μας θα του ξεκαθαρίσω το εξής: Ο περσινός (τέτοιες μέρες) τίτλος της Ελευθεροτυπίας «Όλη η Ελλάδα παπαρίζει», στον οποίο ίσως πέσει το μάτι του σε κανένα άρθρο που θα συγκρίνει τη φετινή ελληνική συμμετοχή στη Γιουροβίζιον με την περσινή, δεν αποτίνει φόρο τιμής στη γλώσσα του έργου του. Το –από τα αγαπημένα του– ρήμα «παπαρίζω» χρησιμοποιείται σήμερα με τη σημασία «αποθεώνω την Έλενα Παπαρίζου, θριαμβολογώ αναιτίως για μη σημαντικά πράγματα, ασχολούμαι με παπαριές». Aλλωστε η Ελλάδα των 00s δεν είναι στην πλεονεκτική θέση να παπαρίσει τον ώμο κανενός: η κίνηση «ταπ ταπ» προϋποθέτει μια κάποια σιγουριά, μια αυθόρμητη τόλμη, ένα κεκτημένο δικαίωμα, την ικανότητα να καθησυχάσεις, να μεταδώσεις γνώση ή στήριξη. Και αυτή την εποχή η Ελλάδα τίποτα απΆ αυτά δε διαθέτει.
    Κατόπιν τούτων, ο επισκέπτης, πιάνοντας αγκαζέ τον υπεύθυνο του ξενοδοχείου, θα κατευθυνθεί σκεφτικός προς τη σάλα, όπου θα περάσει όλη τη βραδιά συνομιλώντας με την εκλεκτή φιλολογική συντροφιά, ενόσω εγώ, βλαστημώντας την τύχη μου, θα περνάω ζουρλομανδύες στους πιο παλαβούς από τους διαδηλωτές.






Φωτο: Winnie


Η κόρη του δασκάλου

Ο τοπικός καλλιτέχνης είχε φέρει στο δάσκαλο έναν Αϊ-Βασίλη από φελιζόλ. «Αν θέλετε, παραγγείλτε -πόσα είναι τα παιδιά; 25;- 25 κομμάτια. Θα τα έχετε σε μία εβδομάδα, μια δυο μέρες πριν κλείσετε. Βάφονται εύκολα, με νερομπογιές ή μαρκαδόρους».
    Το κουδούνι για μέσα είχε μόλις χτυπήσει και η συνδιδασκαλία πέμπτη-έκτη πάλευε και γρύλιζε, με κασετίνες να πέφτουνε από τα πράσινα θρανία (και μια γόμα να κυλάει μέσα σε μια τρύπα στα σανίδια), την επιμελήτρια να ανεμίζει ένα τετράδιο "Διεθνές" φωνάζοντας «Ησυχίααααα! Θα σας μαντατέψω όλους!» και τους μπουμπούνες να χαζεύουν απέξω το πηδηχτό πηγαινέλα του σπουργίτη από το περβάζι στην κουντουρουδιά.
   Ο Αϊ-Βασίλης-μοντέλο ήταν αφημένος πάνω στην έδρα, το ένα του χέρι τεντωμένο σαν να έδειχνε κάτι (την επόμενη καμινάδα στον τάρανδο;). Η κόρη του δασκάλου πετάχτηκε από το πρώτο θρανίο -αυτό με το σημαιάκι-έπαθλο: εκείνη την εβδομάδα, τους πιο καλούς βαθμούς τους είχε η δική της σειρά θρανίων-, έπιασε τον Αϊ-Βασίλη και άρχισε να χορεύει μαζί του τανγκό. «Τι ρομαν / τικό / το γεύ / μα! Τι ωραίαια / η ζωή! Για τη σάρ / κα / για το πνεύ / μα / για τα δυο τους τι τροφή...» στροβιλιζόταν με φόντο τον πίνακα. Όταν ο Γιώργος, το αγόρι που περπατούσε με τα πέλματα προς τα μέσα και που καθόταν στο τελευταίο θρανίο της σειράς της, έκανε ότι παίζει βιολί, η κόρη του δασκάλου έγινε πιο μελωδική και πιο ευλύγιστη: «Στην αρχή / θα ρθει / το χαβιά / ρι / και μετά / λιγουλάκι αστακός / θα κοιτάς / τρυφερά / το φεγγά / ρι / και» - χρατς! σπάει το φελιζολένιο χέρι του Αϊ-Βασίλη!
   «Ο δάσκαλος!» Ο Αϊ-Βασίλης και το χέρι έπεσαν στην έδρα σαν ζεματιστή κατσαρόλα κι όλοι χώθηκαν στα θρανία τους αναψοκοκκινισμένοι. «Ποιος το έκανε αυτό;» Μούγκα. Από το τελευταίο θρανίο κάποιος έβηξε. «Ποιος έσπασε το χέρι του Αϊ-Βασίλη, Γιώργο;» Η κόρη του δασκάλου ένιωσε πιο ασφαλής απέναντι στα νεύρα του μπαμπά της -«Εεεεε...η κόρη σας, κύριε»- για λιγότερο χρόνο κι από ένα πηδηματάκι σπουργιτιού. Καθώς έβγαινε από την τάξη για να εκτίσει την τιμωρία της, είδε το Γιώργο να την κοιτάζει με ένοχη απορία - λίγο πριν ξεχαστεί πάλι κοιτώντας απέξω το τοπίο με την κουντουρουδιά.
                                                                                           
                                                                                            
                                                                                         κουντουρουδιά=χαρουπιά
                                                                                      μαντατεύω= μαρτυράω                     
                                                                                                    




Με λένε Φαμ Φρακτάλ. Οι άλλοι. Εγώ δεν είμαι της φγανκοφονί, και το πραγματικό μου όνομα είναι ιταλικό. Αλλά πάνε χρόνια που έχω να το χρησιμοποιήσω και με έχει πια ξεχάσει. Ήταν πάντως ένα όνομα πολύ εύηχο και πολύ ευοίωνο.

Το τωρινό μου όνομα έχει σχέση με την εμφάνισή μου, πρώτα απΆ όλα. Αν με βάλεις στο μικροσκόπιο, θα δεις πολλές πολλές μικρές Φαμ Φρακτάλ, επαναλαμβανόμενες αενάως. Το σώμα μου είναι σαν χρωματιστή δαντέλα που ρέει αδιάκοπα. Δεν ακούγεται περισσότερο όμορφο απΆ ό,τι είναι. Και, όσο πιο κοντά μου έρχεσαι, τόσο πιο μαγικό γίνεται, καθώς δεν τελειώνει ποτέ. Τώρα, αν με παρατηρήσεις από μακριά, δεν ξέρω τι συμβαίνει, γιατί κανείς δεν μπήκε στον κόπο να φύγει μακριά μου.

Και η προσωπικότητά μου όμως έχει να κάνει με το όνομά μου. Αν την οπτικοποιήσεις, θα σου θυμίσει σχηματική παράσταση της μουσικής του Μπαχ: εθιστικά χαοτική, γεωμετρικά αναπάντεχη. Φυσικά, λατρεύω τον Μπαχ. Και ανησυχώ που δεν τον ακούω στο μπαρ αυτού του χοτέλ/καρτέλ, όπου…δεν ξέρω πώς και γιατί βρέθηκα. Ξεκίνησα από το χάος και ελπίζω να καταλήξω πάλι εκεί. Ίσως αυτή εδώ η στάση να είναι ο αναγκαίος κρίκος μιας αόρατης αλυσίδας με κάποιο σκοπό. Ίσως να είναι το πέταγμα της πεταλούδας. Ίσως να είναι το ένα μέσα στο όλο. Όπως και να Άχει, θα μείνω για λίγο.


                                                  Φαμ Φρακτάλ (δια χειρός Λεσπριτία)

Εκχώρηση Ονόματος .gr - Φιλοξενία Δικτυακού Τόπου - Κατασκευή & Ενημέρωση από την Ένωση Ελλήνων Χρηστών Internet