index.jpg

Δια χειρός > Ηοtel Memory > Στυλίτης

Στυλίτης

Το Καλοκαίρι που πέθανα
 
«Την επομένη ακριβώς του θανάτου μου, ή μάλλον της θανατώσεώς μου, πήρα να διαβάσω όλες τις εφημερίδες, για να μάθω όσο το δυνατόν περισσοτέρας λεπτομερείας ως προς τα της εκτελέσεώς μου»

«Νυκτερινή Μαρία», Νίκος Εγγονόπουλος

 
Την επομένη ακριβώς του θανάτου μου, ή μάλλον της θανατώσεώς μου, πήρα να διαβάσω όλες τις εφημερίδες, για να μάθω όσο το δυνατόν περισσοτέρας λεπτομερείας ως προς τα της εκτελέσεώς μου. Ατυχώς απεργούσε η ΕΣΗΕΑ και οι μόνες εφημερίδες που διατίθεντο ήταν κάτι στοιχηματικές. Τις ξεκοκκάλισα, κατέληξα σε ένα παρολί (άσο την Ρόδεραμ, όβερ την Γουίγκαν και άντερ την Τορκί), αλλά για τα της εκτελέσεώς μου δεν βρήκα λέξη. Δεν χολόσκασα, γιατί ήμουν -όπως και να το κάνουμε- παρών στο γεγονός, άρα τα ήξερα από πρώτο χέρι. Αλλά να, πάντα σε ενδιαφέρει και πώς σε βλέπουν οι άλλοι, είναι πάντα στα μάτια των άλλων που αναζητάς τη δικαίωση, τη συγχώρεση ή στις πιο μαζόχ στιγμές σου την κατακραυγή.
Σε ενδιαφέρει τελικά σε τέτοιο βαθμό, ώστε την μεθεπομένη ακριβώς του θανάτου μου, ή μάλλον της θανατώσεώς μου, ξαναπήρα να διαβάσω όλες τις εφημερίδες, για να μάθω όσο το δυνατόν περισσοτέρας λεπτομερείας ως προς τα της εκτελέσεώς μου. Ευτυχώς η απεργία της ΕΣΗΕΑ ήταν μονοήμερη και έτσι διατίθεντο όλες οι εφημερίδες. Αφού πρώτα τσέκαρα στη σελίδα του στοιχήματος ότι έχασα το παρολί (έπιασα Ρόδεραμ, Γουίγκαν, μα έφαγε τρία η Τορκί), έψαξα εν συνεχεία με αδημονία όλα τα σχετικά ρεπορτάζ. Κατανάλωσα μεγαδόσεις δημοσιογραφικού κοινοτοπολυρισμού χωρίς να ενοχληθώ, αφού ήταν ένας λυρισμός που μιλούσε για το δικό μου θάνατο, με αποτέλεσμα η συγκινησιακή μου φόρτιση να θρυμματίσει τα -σε άλλες περιπτώσεις ατσάλινα- αισθητικά μου κριτήρια. Δάκρυσα. Ας είναι. Μια φορά πεθαίνει κανείς.
Κρίνοντας από την ημερομηνία των εφημερίδων, εμένα μου 'μελλε να πεθάνω καλοκαίρι. Ασχημη εποχή για να πεθαίνεις, αλλά δεν θέλω να φανώ εντελώς αγνώμων, καθώς είναι αληθές πως τόσοι και τόσοι νεκροί ούτε εφημερίδες να διαβάσουν μπορούν, ούτε στο στοίχημα να χάνουν, ούτε για τα της εκτελέσεώς τους να γράφουν.
Αλλά κάτι δεν κολλάει, κάτι δεν βγάζει νόημα στην όλη ιστορία: γιατί με εκτέλεσαν;
Για έλλειψη σεβασμού προς τον στίχο του ποιητή. Η ετυμηγορία ήταν σαφής: «Επιβιώνοντας του θανάτου σου, σού χαρίστηκε το παράδοξο. Αντί να αντιμετωπίσεις το παράδοξο σαν ένα νέο κόσμο, του φέρθηκες σαν καλαμπούρι. Καταδικάζεσαι σε θάνατο».


Ο Αντρέας

Ο Αντρέας ήταν συμφοιτητής της αδελφής μου. Πάνε έξι – επτά χρόνια τώρα από την τελευταία φορά που τον είδα στη σκηνή. Στο τέλος κάθε χρονιάς η σχολή τους έδινε μια θεατρική παράσταση Οι παραστάσεις ήταν συλλογικές και σπονδυλωτές κι έτσι έπαιζαν πολλά παιδιά από λίγη ώρα. Το σύντομο χρονικό διάστημα που ήταν στην σκηνή ένιωθα πως συνέβαινε κάτι εντελώς διαφορετικό απΆ αυτό που ένιωθα βλέποντας τους άλλους. Γελούσα και που τον έβλεπα. Ευφορία είναι μάλλον η σωστή λέξη: μου προξενούσε αστραπιαία ευφορία με δυο σχεδόν ανεπαίσθητες κινήσεις του σώματός του, με δυο σχεδόν ανεπαίσθητες εκφράσεις του προσώπου του. Και κρίνοντας από τα γέλια του κοινού δεν ήμουν ο μόνος. Στα δραματικά σκετς ήταν τόσο συγκινητικός όσο αστείος στα κωμικά. Τον ρωτούσα αν θα ασχοληθεί επαγγελματικά με την ηθοποιία, προτρέποντάς τον παράλληλα να το κάνει, αλλά ήταν από τότε σεμνός, ντροπαλός, διστακτικός κι απαισιόδοξος. Πέρσι, συμπτωματικά, τον ξανασυνάντησα. Μου είπε πως ασκούσε μεν το επάγγελμά του, αλλά ταυτόχρονα θα έπαιζε και σε μια «κανονική» παράσταση η οποία θα ανέβαινε σύντομα.   
   Αμέλησα να πάω να τον δω, αμέλησε να με ενημερώσει ότι η παράσταση ξεκίνησε. Ρώτησα κι έμαθα πως φέτος δεν έπαιζε πουθενά.
     Δεν παριστάνω τον ειδικό και δεν είμαι ειδικός. Τι σχέση έχει όμως η εξειδίκευση με τα συναισθήματα που σου μεταδίδει ένας ηθοποιός; Έχει, αν ο Αντρέας είναι το αντίστοιχο των μπαλλαδόρων συμμαθητών, που ντριμπλάροντάς μας στην σχολική αυλή μάς φαίνονταν σαν Μαραντόνα, αλλά σε επίπεδο υψηλού ανταγωνισμού το μέγεθός τους μίκραινε απελπιστικά.  Από την άλλη το ωμό ταλέντο δεν κάνει μπαμ όταν το βλέπεις; Αλλά αν κάνει μπαμ γιατί δεν είχε την αντίστοιχη συνέχεια;
Μπορεί να την έχει στο μέλλον. Μακάρι.
Αλλά και πάλι. Γιατί να είναι τόσο δύσκολο; Γιατί να μην αρκεί το ταλέντο;
Ταλέντα φιμωμένα, ταλέντα ματαιωμένα, ταλέντα αποσιωπημένα.
Είναι πράγματι μεγάλη αμαρτία να παρατάς το ταλέντο σου, αλλά δεν είναι ακόμη μεγαλύτερη προστυχιά να μην αρκεί το ταλέντο σου;
Nαι, χρειάζεται η πίστη, ο αγώνας, η επιμονή, αλλά τι γίνεται αν η επιμονή είναι κι αυτή ένα ταλέντο, ένα ταλέντο που στερείσαι;
Ίσως σε κάθε άνθρωπο που δεν αφοσιώνεται ολόψυχα στο ταλέντο του, επειδή τελικά αυτό δεν ήταν τόσο ζωτικής σημασίας για τον ίδιο, να αντιστοιχεί κι ένας άνθρωπος που ακριβώς επειδή το ταλέντο του είναι ζωτικής σημασίας για τον ίδιο, δεν αντέχει και να το βλέπει να μην έχει την αναγνώριση που θεωρεί πως του αξίζει.
    Ίσως δηλαδή η αφοσίωση στο ταλέντο να χρειάζεται γαϊδουριά και όχι υπερευαισθησία, αδιαφορία για τη γνώμη των άλλων και εμμονή στη γνώμη τη δική σου, με τον υπαρκτό όμως τότε κίνδυνο, αυτό που έχεις να μην ονομάζεται στην πραγματικότητα ταλέντο αλλά ψώνιο.   





Ο Στυλίτης και το Κόλπο του Φεντερίκο


Βρίσκομαι στο Κουκάκι, στα στενά κάτω από το νέο μουσείο. Θυμάμαι τον Φελλίνι, που έλεγε ότι κάθε μέρα παρατηρεί τον κόσμο με τα μάτια ενός παιδιού που απορεί και εκπλήσσεται, σαν να βλέπει τα πράγματα για πρώτη φορά, και αρχίζω να  διασχίζω χωρίς πρόγραμμα τους δρόμους του Κουκακίου, δρόμους που θα μπορούσαν να ανήκουν σε δεκάδες άλλες αθηναϊκές συνοικίες, χρησιμοποιώντας το κόλπο του Φεντερίκο στη δική μου ιδιοσυγκρασιακή παραλλαγή. Απορώ, εκπλήσσομαι και συγκινούμαι, σαν να βλέπω τα πράγματα (τα φωτισμένα δωμάτια των γερασμένων πολυκατοικιών, τις σακούλες που παίρνει ο αέρας, τους συγκεκριμένους διαβάτες, τα συγκεκριμένα αυτοκίνητα) όχι για πρώτη, αλλά για τελευταία φορά. Τα κοιτάζω και τα πενθώ. Η πένθιμη ματιά μου δεν είναι ματιά δυστυχίας. Το αντίθετο. Τα πενθώ ευτυχισμένος, πονώντας για την ύπαρξη τους, πονώντας για το ότι το Κουκάκι, όπως το βλέπω τη στιγμή αυτή, είναι μοναδικό, δεν ήταν ποτέ άλλοτε έτσι στο παρελθόν, δεν θα ξαναείναι ποτέ έτσι στο μέλλον. Και έτσι θα πρέπε να είναι και έτσι είναι η ζωή: φευγαλέα, εφήμερη, διαρκώς σε κίνηση, ανεπανάληπτη, φθαρτή, θνητή. Το Κουκάκι κρύβει ένα θαύμα μέσα του, το θαύμα της αφύπνισης του βλέμματος του παρατηρητή του.
Ακολουθώντας τα βήματά μου βγαίνω στη Συγγρού. Την κατηφορίζω. Φτάνω έξω από ένα κωλάδικο. Μπαίνω. Κάθομαι σε τραπέζι μπροστά στον στύλο του στριπ τιζ. Στην κορυφή του στύλου βλέπω γραπωμένο έναν ρακένδυτο άντρα. Ακριβώς από κάτω του και σε κάθε γωνιά του μαγαζιού το σόου συνεχίζεται. Το γκαρσόνι μού ψιθυρίζει ότι ο στυλίτης περνά τη ζωή του πάνω από το περιβόλι της λαγνείας, έχοντας απαγορεύσει στον εαυτό του να κατέβει να γευτεί τους καρπούς. Όταν πεθάνει, θα παρευρεθούν στην ταφή του εκατοντάδες καλλίγραμμες ψηλές γυναίκες, άλλες σπασμένες, άλλες ακόμα στα είκοσι και τα δεκαεννιά τους. Όλες τους θα φορούν μαύρα γυαλιά ηλίου, μαύρο μαντήλι στα μαλλιά, μπεζ καπαρντίνες μέχρι το γόνατο και μαύρες γόβες στιλέτο. Πάνω από το μνήμα του θα αναδύεται μυρωδιά από λιβάνι και πατσουλί. Όταν το φέρετρο ανοίξει για τελευταία φορά, μία - μία επιτέλους θα τον ακουμπήσουν για πρώτη φορά φιλώντας το πρόσωπό του. Οι υπόλοιπες, σαν συνεννοημένες μυστικά, θα ξεκινήσουν μια ιδιότυπη χορογραφία, λικνιζόμενες σιωπηλά, με μόνη μουσική υπόκρουση τη νεκρώσιμη ακολουθία που θα ακούγεται στο βάθος για κάποιον άλλο νεκρό. Κι όταν και η τελευταία καλλονή τού δώσει τον τελευταίο ασπασμό και αυτόματα σταματήσει ο χορός, θα κατέβει να πάρει την ψυχή του ο Όσιος Συμεών ο Στυλίτης. Όσοι στρέψουν την ματιά τους στον ουρανό, θα δουν έναν απέραντο κάθετο στύλο φωτός, μέσω του οποίου θα γίνει η ανάληψη.





 
Αγκυροβόλι

Κάποιος από το συνεργείο καθαρισμού πλησίασε κοντά του. Τον κοίταξε χωρίς να του μιλήσει και ξανάφυγε. Λίγο αργότερα, o ήχος της ηλεκτρικής σκούπας τον τιναξε μέσα σ' έναν σπασμό απ' τον ύπνο του. Ανοιξε τα μάτια και κοίταξ' ολόγυρα την πλούσια αίθουσα χορού του Ξενοδοχείου "Η Μνήμη". Ανακάθησε στην άκρη της πολυθρόνας κι έτριψε τα μάτια του. Όλοι οι καλεσμένοι είχαν φύγει. Εκείνος είχε μεθύσει κι αποκοιμηθεί πάνω της.

 
Μερικά κεριά καίγαν ακόμη στα τραπέζια, θαμπά στο φώς της αυγής. Εδώ κι εκεί τ' απομεινάρια της γιορτής: χαρτοπετσέτες τσαλακωμένες, στάχτες, αποτσίγαρα. Ένοιώθε παγωμένο απάνω του το ύφος της ατμόσφαιρας που λίγες ώρες πριν ήταν ζεστό, να τσαλακώνει τα ρούχα του τείνοντας να μοιάσει σε βράδυ Αποκριάς. Κι ας ήτανε χθές παραμονή Χριστουγέννων.

Βγήκε στο δρόμο. Ο καιρός μουντός, βαρύς. Αστραπές αυλάκωναν τον ορίζοντα. Χωρίς βροντή. Χωρίς μια στάλα βροχή. Η αγωνία τ' ουρανού να ξεσπάσει τού τσάκιζε το μυαλό. Καθώς προχωρούσε, η αίσθηση πως ό,τι τον δένει ως άνθρωπο, τα Χριστούγεννα το διαλύουν δείχνοντας το από την ανάποδη και φανερώνοντας τις ραφές του. Η ατμόσφαιρα τούτων των ημερών ζητά να φέρει στο φώς τον αποκλεισμένο μέσα κόσμο, ό,τι γυρεύει ολοχρονίς να ξεχνά για να να προχωρεί ίσια αντί να κατεβαίνει σκαλοπάτια. Επιφανεία. Τ' αρνητικού του.

Τράβηξε κατά το λιμάνι και κάθισε στο μοναδικό καφενείο που ήταν ανοικτό. Παρατηρούσε τα πλοία στην προκυμαία. Η αλυσίδα της άγκυρας  ενός καραβιού τέντωνε στο κούνημα της θάλασσας όπως η αλυσίδα της μνήμης στο ταλάντεμα της θύμησης. Νόμιζες οι κρίκοι θα σπάσουν κι η θάλασσα θα παρασύρει το σκαρί έξω απ´ το λιμάνι. Για να το βυθίσει. Μον' αν την μεθύσεις και την κοιμήσεις σε μια πολυθρόνα ηρεμεί.

Τρία παιδια ήρθαν και στάθηκαν μπροστά του κρατώντας στα χέρια δυο τρίγωνα κι ένα μικρό ιστιοφόρο. Δίχως άγκυρα. Τους έδωσε χρήματα τάχα για να μην του πουν τα κάλαντα. Ίσως το άντεχε να τ' ακούσει από ένα συλλογο Αμνήμονων Αγκυροβολιστών.
 
 
Ήχησαν οι καμπάνες της εκκλησίας. Ο Όρθρος.

Ορθός, άκουσε από μέσα απ' το καφενειο στο ραδιόφωνο:

Το ρεύμα θα μας παρασύρει


 Και δώρα φέροντες... Ημεροδρόμιο (http://straths8alassinos.wordpress.com/)
 




Vanity, definitely my favourite sin»


Θα γράψω για το θανάσιμο αμάρτημα της ματαιοδοξίας μου και αν το κείμενο με ικανοποιήσει, τότε θα έχω αμαρτήσει θανάσιμα για μια ακόμη φορά. Όχι ότι υπάρχει στΆ αλήθεια περίπτωση να μην με ικανοποιήσει. Ό,τι γράφω με ικανοποιεί. Ανεξαιρέτως και αδιακρίτως. Ακριβώς γιατί η ικανοποίηση δεν προέρχεται από αυτά καθαυτά τα κείμενα, αλλά από το γεγονός ότι τα γράφω εγώ. Εγώ. Εγώ. Δεν χορταίνω να γράφω αυτή τη λέξη. Έψιλον, γάμμα, ωμέγα. Εγώ. Για μένα το εγώ είναι η πιο όμορφη λέξη του κόσμου. Αρκεί το εγώ να το γράφω εγώ. Γιατί όταν εγώ γράφω εγώ, τότε δεν αναφέρομαι σε ένα οποιοδήποτε εγώ, αλλά στο δικό μου, το κατάδικό μου, το μονάκριβο εγώ μου.
Είναι αυτονόητο ότι σε κάθε ποστ το θέμα είναι το πρόσχημα και το πραγματικό θέμα εγώ. Κάθε ποστ είναι μια σπονδή στο εγώ μου, μια ακόμη άσκηση κενοδοξίας. Κάθε ποστ δεν είναι παρά ένας προβολέας που φωταγωγεί εμένα: παρακαλώ, μπορώ να έχω λίγο την προσοχή σας; Ανεβαίνω στο κασόνι μου στην μέση της πλατείας γιατί έχω κάτι να σας πω. Κάτι σημαντικό. Πάλι. Ακούσατε - ακούσατε, αγάδες, πασάδες, ντερβισάδες, Αγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι, μικροί μα και μεγάλοι, ακούσατε ξανά τι θέλω μαζί σας να μοιραστώ. Εμένα. Θέλω να με μοιραστώ χωρίς να με μοιράσω. Κατακερματίζω τον εαυτό μου σε λέξεις και σας τις προσφέρω: λάβετε – φάγετε, τούτο εστί το εγώ μου.
Χατζηαβάτης και Χριστός, νούμερο και γραφικός.
Η ματαιοδοξία της γραφής, ο ψυχαναγκασμός της γραφής, ο ψυχαναγκασμός της ματαιοδοξίας.
Συγκρατήσου και λίγο, σώπα και λίγο, κάνε κράτει και λίγο.
Μπα. Εκεί. Κάθε μέρα. Πόσα λινκμπλόγκς, πόσα σχόλια, τι λένε, πόσες επισκέψεις έδειξε ο μετρητής.
Ο μετρητής της ταπεινότητας έχει μηδενιστεί. Τι θα πει άλλωστε ταπεινότητα; Η ταπεινότητα είναι για τους ταπεινούς και δεν πρόκειται να ταπεινωθώ σε κανέναν.
Αν το κείμενο αυτό σου μυρίζει, να θυμάσαι ότι είναι η αλήθεια που βρωμάει και ότι βρομάει κυρίως κλεισούρα.






Δειπνώντας μΆ ένα τέρας


Επιτρέψτε μου μια πρόποση.
     Γεννηθήκατε το 1862 στο Λέστερ και ζήσατε 28 χρόνια. Τα δύο πρώτα φυσιολογικά, τα είκοσι έξι επόμενα παραμορφωμένα. Η αρρώστια σας σπανιότατη. «Σύνδρομο του Πρωτέα», την είπαν τελευταία. Eλάχιστες περιπτώσεις της έχουν καταγραφεί και καμία στην έκταση τη δική σας. Εξάμβλωμα σαν εσάς άλλο δεν υπήρξε. Τζων Μέρικ, είστε η ντροπή του κατΆ εικόναν και η ύβρις του καθΆ ομοίωσιν. ΓιΆ αυτό θα σας τραβήξω τώρα την κουκούλα, για να ριγήσω απΆ την μορφή σας. Δεν εκπλήσσεστε βέβαια. Το freak show ήταν, είναι και θα είναι το πεπρωμένο σας. Στο διηνεκές. Κάτι βαθιά διεστραμμένο μέσα μας, κάνει το βλέμμα μας να κολλάει στο αποτρόπαιο. 
     Τι διαστάσεις έχει το ανθρώπινο πρόσωπο; Πώς είναι δυνατόν μέσα σε έναν τόσο περιορισμένο χώρο να υπάρχουν τόσα δισεκατομμύρια των δισεκατομμυρίων εκδοχές του; Ποιος είναι ο μέγας γλύπτης; Υπάρχει μεγαλύτερο μυστήριο απΆ το πρόσωπο; Τι πήγαν κι έκαναν επάνω στο δικό σας; Ποιος; Γιατί; Χωρίς λόγο; Δεν υπάρχει λόγος για τίποτα;
       Και μια και ο λόγος περί μυστηρίων, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ο θάνατος να αποτελεί μυστήριο και ο ύπνος όχι. Εσείς; Ίσως όμως να είναι καλύτερα έτσι: όλες οι θρησκείες διεκδικούν τον μετά θάνατον κόσμο, αφήνοντας τον μετά ύπνον κόσμο στην ησυχία του. Λαχταρούσατε όλοι σας τη ζωή να κοιμηθείτε σαν άνθρωπος, μα πώς να κοιμηθείτε σαν άνθρωπος, εσείς, ο Aνθρωπος–Ελέφαντας. Κοιμόσαστε σχεδόν καθιστός. Μέχρι που μια νύχτα αποφασίσατε να ξαπλώσετε, να γείρετε επιτέλους το κεφάλι, να πλαγιάσετε και οι όγκοι στον λαιμό και στο κεφάλι σας να σπάσουν την τραχεία σας προκαλώντας ασφυξία. Αναζητώντας τον ύπνο βρήκατε τον θάνατο.
     Κι έναν αιώνα μετά προσπάθησε να αγοράσει τον σκελετό σας ο Μάικλ Τζάκσον, ο δυστυχέστερος όλων των θνητών, ο άνθρωπος που εν αντιθέσει με σας κατόρθωσε να αλλάξει την μορφή του. Αυτός, το έκτρωμα που γέννησε η κοινωνία, ήθελε να αποκτήσει εσάς, το έκτρωμα που γέννησε η φύση. 
    Αλλά στον Ινδουϊσμό υπάρχει μια ελεφαντόμορφη Θεότητα, ο Γκανέσα, που συμβολίζει τη σοφία. Ποιος ξέρει, ίσως αν είχατε γεννηθεί στα μέρη του, να σας λάτρευαν ως Θεό.
    Ποιος ξέρει πάλι, ίσως αν είχατε γεννηθεί σήμερα, να είσαστε ένας απ΄όλους εμάς τους συγκατοίκους αυτού του παράξενου ξενοδοχείου. Το μέσο μας (τα ιστολόγια) δοξάζει το μέσα και καμουφλάρει το έξω, το μέσο μας φανερώνει, ότι αυτό που είμαστε είναι ο μέσα κόσμος μας κι όχι τα εξωτερικά μας γνωρίσματα, ότι δεν μετρά το τυχαίο της μορφής μας αλλά το αναγκαίο των σκέψεων και των συναισθημάτων μας, κι έτσι πίσω από ένα αγαπημένο ψευδώνυμο, πίσω από λέξεις και εικόνες που αγαπήσαμε, μπορεί να κρύβεται ένας Aνθρωπος-Ελέφαντας ή, λιγότερο δραματικά, κάποιος ή κάποια που δεν ανταποκρίνεται στα τρέχοντα πρότυπα ομορφιάς.
      Να πω ότι και να συμβαίνει αυτό δεν έχει σημασία, θα είμαι ψεύτης.
      Ναι πω ότι και να συμβαίνει αυτό δεν έχει τελικά σημασία, θα είμαι αληθινός.







Κούνια Μπέλα


«Πώς να κρυφτείς από τις παιδικές φωτογραφίες;
Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα
Και σε κοιτάζουν με μάτια σαν κι αυτά
Όταν ξυπνούν στις δύο η ώρα».


Γιατί ξυπνούν, αυτό είναι το μόνο σίγουρο, ξυπνούν, ξεγλιστρούν από τα άλμπουμ και τις κορνίζες, τεντώνονται να ξεμουδιάσουν και μετά όλες μαζί αιωρούνται πάνω από το κρεβάτι σου και μετά αιωρείσαι κι εσύ και, όχι, δεν ονειρεύεσαι, μπορείς ακόμα να καταλάβεις τη διαφορά, και μετά ξεγλιστράς από τη δική σου κορνίζα, απΆ το διαμέρισμά σου δηλαδή, και αιωρείσαι στο νυχτερινό ουρανό μαζί με τις παιδικές σου φωτογραφίες, που τώρα με φόντο τΆ αστέρια αρχίζουν χαρούμενες και σου κάνουν παιχνίδια, αρχίζουν να εναλλάσονται αστραπιαία μπροστά στα μάτια σου, κινούμενες εικόνες που προβάλλουν την ταινία της παιδικής σου ηλικίας, νεογέννητος, μηνών, δύο, τεσσάρων, πέντε, επτά, έντεκα, τριάντα τεσσάρων, γιατί δίπλα στο κρεβάτι σου είχες μια φωτογραφική μηχανή από εκείνες τις παλιές που εμφανίζουν αμέσως τις φωτογραφίες και την άρπαξες πριν σε σηκώσουν οι φωτογραφίες στον αέρα και τώρα αυτοφωτογραφίζεσαι και η φωτογραφία εμφανίζεται κι εξαφανίζεσαι εσύ και τώρα οι υπόλοιπες φωτογραφίες κάνουν πιο πέρα, καθώς την τελευταία σου φωτογραφία την κοιτάζει ένα παιδάκι έξι ετών, που κάθεται σε κούνια προσπαθώντας να καταλάβει αν έτσι θα γίνει όταν μεγαλώσει, προσπαθώντας να καταλάβει αν θα μπορούσε να γίνει κάτι άλλο, κι αν μπορούσε, αυτό το άλλο πόσο άλλο θα ήταν τελικά και μετά το παιδάκι δεν μπορεί να βρει απάντηση, αλλά ποσώς το ενδιαφέρει η απάντηση, η ερώτηση ήρθε κι έφυγε απΆ το κεφάλι του, όπως αρμόζει στις περισσότερες παιδικές σκοτούρες, γιατί περισσότερο το ενδιαφέρει να συνεχίσει να κάνει κούνια και νά που πράγματι κάνει κούνια, με τα σχοινιά να κρέμονται από δυο άστρα, άστρα που συμβολίζουν τον φασόν λυρισμό σου, κι αν κάτι μένει πραγματικά αναπάντητο είναι το ποιός σπρώχνει το παιδί για να κάνει κούνια, ποιός το σπρώχνει προς τα μπρος, γιατί προς τα πίσω το επαναφέρει, ως γνωστόν, η δύναμη της αδράνειας





Take This Waltz*


Για όλες τις ενοίκους





Δέκα όμορφες γυναίκες

κι ένας ώμος που ο θάνατος

έρχεται πάνω του να κλάψει.

Στη Βιέννη.

Ένας διάδρομος εννιακοσίων παραθύρων

κι ένα δέντρο που τα περιστέρια

έρχονται πάνω του να σβήσουν.

Στη Βιέννη.

Ένα κομμάτι που ξεριζώθηκε απ΄ το πρωινό

για να εκτεθεί στο Μουσείο της Παγωνιάς.

Στη Βιέννη.

------------

Κράτα αυτό το βαλς, κράτα αυτό το βαλς,

το με βία φιμωμένο.

-----------

Σε θέλω, σε θέλω, σε θέλω,

πάνω στην καρέκλα μΆ ένα νεκρό περιοδικό.

Σε θέλω, σε θέλω, σε θέλω,

στην σπηλιά που φυτρώνουν τα κρίνα

και στα δωμάτια που δεν γνώρισαν αγάπη ποτέ.

Σε θέλω, σε θέλω, σε θέλω,

στο κρεβάτι με τα σεντόνια, τα ακόμη νωπά

απΆ τον ιδρώτα του φεγγαριού

και στην κραυγή που στάζει άμμο

από τις πατημασιές μας στην παραλία.

-----------

Κράτα αυτό το βαλς, κράτα αυτό το βαλς

από τη σπασμένη του τη μέση.

-------------

Αυτό το Βαλς, αυτό το βαλς, αυτό το βαλς,

με τα του χνώτα του κονιάκ, με τα χνώτα του θανάτου,

αργοσέρνει την ουρά του προς τη θάλασσα.

-------------

Μια αίθουσα συναυλίας,

όπου η φωνή σου κέρδισε χίλιες κριτικές.

Στη Βιέννη.

Ένα μπαρ όπου τα αγόρια δεν μιλούν πια,

καταδικασμένα στης μελαγχολίας το θάνατο.

Στη Βιέννη.

Μα ποιος σκαρφαλώνει στην εικόνα σου,

με μια γιρλάντα φρεσκοκομμένα δάκρυα;

----------

Κράτα αυτό το βαλς, κράτα αυτό το βαλς.

Ψυχορραγεί για χρόνια.

-------------

Στη Βιέννη,

σε μια σοφίτα που παίζουν τα παιδιά,

πρέπει να ξαπλώσουμε μαζί,

μέσα σ΄ ένα όνειρο από ουγγαρέζικους φανούς,

μέσα στην ομίχλη ενός γλυκού δειλινού.

Και θα δω τι έχεις δέσει στον καημό σου,

  τους αμνούς σου και τα κρίνα σου από χιόνι.
--------------

Κράτα αυτό το βαλς, κράτα αυτό το βαλς,

κράτησε ακόμα

και το «Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ» του.

-------------

Αυτό το Βαλς, αυτό το βαλς, αυτό το βαλς,

με τα του χνώτα του κονιάκ, με τα χνώτα του θανάτου,

αργοσέρνει την ουρά του προς τη θάλασσα.

---------------

Και θα χορέψω μαζί σου στη Βιέννη.

Θα ΅μαι ντυμένος ποταμός,

μΆ έναν άγριο υάκινθο στον ώμο μου

και το στόμα μου στων μηρών σου τη δροσιά.

Και θα θάψω την ψυχή μου σΆ ένα ιστολόγιο,

ανάμεσα στις φωτογραφίες και τα βρύα.

Και θα καταθέσω στης ομορφιάς σου την πλημμύρα εμπρός

το φτηνό μου βιολί και τον χρυσό μου σταυρό.

Και  θα γλιστρίσω στον χορό σου,

στις λίμνες που άνοιξες στις φλέβες του καρπού σου,

αγάπη μου, αγάπη μου.

----------

Κράτα αυτό το βαλς, κράτα αυτό το βαλς.

Είναι δικό σου τώρα

Και τίποτα άλλο δεν θα βρεις.

       

* Το «Take This Waltz» του Λέοναρντ Κοέν, τραγούδι - ποίημα βασισμένο στο «Μικρό Βιεννέζικο Βαλς» του Λόρκα.



Στο βάθος ένα πλοίο με κίτρινη σημαία


Αύγουστος, νησί, παραλία. Σχετικά άδεια για κάποιο λόγο. Διάβαζε το βιβλίο της στην ξαπλώστρα. «Πάω να βουτήξω, θα έρθεις;», την ρώτησε η φίλη της. «Σε λιγάκι».
     Ένα λεπτό μετά, κι ενώ μέσα από τα γυαλιά ηλίου της παρακολουθούσε χαμογελώντας τη φίλη της, που έκανε ένα βήμα μπρος κι ένα πίσω μόλις το κύμα ακουμπούσε τα πόδια της, ήρθε και άπλωσε δίπλα της την πετσέτα του. «Καλημέρα, δεν ενοχλώ, ε;». Κανονικά θα ενοχλούσε. Κανονικά θα είχε λιγότερο παράδοξα μάτια. Όχι εντελώς πράσινα, όχι εντελώς όμορφα, εντελώς μαγνητικά.
      Δέκα λεπτά αργότερα, η φίλη της επέστρεψε. Τα οκτώ προσπαθούσε να μπει στη θάλασσα, τα δύο πλατσούριζε. Λίγο η θερμοκρασία του νερού και πολύ περισσότερο το απροσδόκητο θέαμα ενός στρατοπεδευμένου άντρα δίπλα στη φίλη της, και η έξοδός της από την θάλασσα ήταν πολύ πιο γρήγορη και πολύ πιο αποφασιστική από την είσοδό της. Μόλις σκουπίστηκε χαιρέτησε τον άγνωστο άντρα και εντυπωσιάστηκε από τα παράδοξα μάτια του. Όχι εντελώς πράσινα, όχι εντελώς όμορφα, εντελώς μαγνητικά.
      Το επόμενο μισάωρο η τριάδα μιλούσε και γελούσε. Μετά έπεσε μαζί για μπάνιο. Στην θάλασσα εξακολούθησε να μιλάει και να γελάει. Η προτίμηση του άντρα όμως είχε γίνει πια εμφανέστατη. Τόσο η μία όσο και η άλλη φίλη την εισέπραττε από τα διαρκή του σινιάλα, από το παιχνίδισμα του βλέμματός του. Η μία περίμενε την άλλη –με ολοένα αυξανόμενη ανυπομονησία, είναι η αλήθεια- να ομολογήσει επιτέλους την ήττα της, να υποχωρήσει και να την αφήσει λίγο μόνη μαζί του. Εις μάτην. Βγήκαν απ΄τη θαλασσα όπως ακριβώς μπήκαν: ως αδιαίρετος τριάς.
     Αλλα τριάντα οκτώ λεπτά με στέγνωμα, κουβεντολόι, χαχανητά και λαθραία κοιτάγματα γεμάτα σημασία, και έφτασε η στιγμή της αποχώρησης.
     «Πάμε να τσιμπήσουμε κάτι;», τις ρώτησε.
     «Ναι», του απάντησαν.
Η ώρα είχε ήδη πάει μία, η παραλία σιγά σιγά γέμιζε με κόσμο και η τριάδα των εβδομηντάρηδων άρχισε να ανηφορίζει προς το κοντινό ταβερνάκι με ανάλαφρα βήματα.





Ο άστεγος μέσα μου


Ο άστεγος μέσα μου έχει στο όνομά του (όποιο κι αν είναι αυτό) ρετιρέ και μαιζονέτες. Δεν είναι άστεγος από παθολογική τσιγκουνιά. Αν ήταν φιλοχρήματος θα είχε τα σπίτια νοικιασμένα. Δεν τα έχει, γιατί δεν έχει και διάθεση να μπει στη σκοτούρα. Όλα του φαίνονται σκοτούρες. Όλα είναι σκοτούρες. Ο άστεγος μέσα μου μια παραίτηση που όλο παραιτείται, ένα βούλιαγμα που όλο βουλιάζει, ένα καμπούριασμα που όλο καμπουριάζει, ένας ύπνος που όλο αρνείται να ξυπνήσει, μια ντροπή που δεν ντρέπεται. Ο άστεγός μέσα μου δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος του κορμιού του αξιοπρεπώς, δεν μπορεί να σταθεί με το κορμί του ίσιο, δεν μπορεί να περπατήσει παρά μόνο να σύρει τα βήματά του, δεν μπορεί να κάτσει παρά μόνο να χυθεί. Ο άστεγος μέσα μου έπαψε προ πολλού να πράττει. Πλέον μόνο αναβάλλει. Μέχρι να ξεχάσει τα προβλήματα και να τον ξεχάσουν κι αυτά. Κάθε του στιγμή κι ένα «φεύγω», κάθε του στιγμή κι ένα «δεν είμαι». Ο άστεγος μέσα μου άφησε τον κόσμο και χώθηκε στον κόσμο του, χώθηκε στον εαυτό του και περιφέρεται ασκεπής εντός του, μέχρι να εκμηδενισθεί κι ο εαυτός του και αυτός, μέχρι να γίνουν όλα λήθη, όλα σκιά, όλα όνειρο, όλα ύπνος, όλα θάνατος.
Ο άστεγος μέσα μου έχει περιθώριο για εκατό ακόμη λέξεις.
Σιγά μην τις γράψει.




Μεταχειρισμένοι  έρωτες


Η εμμονοληψία του ξενοδόχου μας δεν σας αφήνει να ηρεμήσετε, έτσι δεν είναι; Είναι κουραστική ώρες ώρες η λατρεία. Αλλά και σεις τότε γιατί γράφατε; Πώς; Για να αναγνωριστείτε εν ζωή; Θα προτιμούσατε, ισχυρίζεστε, να τιμηθείτε δεόντως εν ζωή κι ας σας ξεχνούσαν την αμέσως επόμενη ημέρα από το θάνατό σας; Ελάτε τώρα, δεν είναι η υστεροφημία το ζητούμενο; Θα προτιμούσατε την εγκαιροφημία, λέτε; Όπως και να ΄χει, την γραφή την γεννά η ανάγκη κι όλα τα άλλα είναι παρεπόμενα οδυνηρά ή ευφρόσυνα, πάντως παρεπόμενα.  
     Ομολογώ ότι μπήκα πρόσφατα στον κόσμο σας, κι αυτό χάρη στον ξενοδόχο μας. Πολλά θα ήθελα να σας ρωτήσω, αλλά έχω λέξεις μόνο για τον Πασχάλη. Υπονοείτε ότι ο έρωτας –ον εκ φύσεως απόλυτο- δεν δύναται να επαναληφθεί, γιατί αυτό θα οδηγούσε αυτομάτως στην σχετικοποίησή του, άρα στην απομυθοποίησή του, άρα στην αναίρεσή του; Μήπως ο Πασχάλης, αρνούμενος να επαναλάβει τις ίδιες ερωτικές λέξεις και τις ίδιες ερωτικές ματιές που είπε σε μιαν άλλη, θυσιάζει εαυτόν και τον δεύτερο έρωτά του στον βωμό της διαφύλαξης ενός ιδανικού; Μήπως είναι μάρτυρας της μοναδικότητας του έρωτα (μαρτυρώντας μάλιστα ακριβώς τη στιγμή που αυτός τον ξαναεπισκέπτεται); Ο αμαρτωλός μετανοώντας εξαγνίζεται. Γιατί άραγε η ψυχή του Πασχάλη ήταν πέραν του εξαγνισμού; Υπάρχει σωτηρία και λύτρωση από κάθε κακό αυτού του κόσμου, πλην του προδομένου έρωτα; Τι οδηγεί τον Πασχάλη στον αφανισμό; Η υπερβολική του χρηστοήθεια; Ο έσχατος μαζοχισμός; Η αδυναμία να ερωτευθεί διαφορετικά; Γίνεται να ερωτευθούμε διαφορετικά; Μήπως πάλι ανοίγει μόνος του μια νέα πληγή, προκειμένου να μην ξαναπληγωθεί στο ίδιο σημείο και από φρέσκα χέρια; Μήπως –ψευδόμενος για τα κίνητρά του και στον ίδιο του τον εαυτό- προτιμά να αρνηθεί την παράδοση στην ευτυχία ενός δεύτερου έρωτα, επειδή δεν αντέχει το ενδεχόμενο να ποδοπατηθεί ξανά από έναν έρωτα; Μήπως επιλέγει την μη παράδοση στην ευτυχία, από την δυστυχία της άνευ όρων παράδοσης;
        Κουραστήκατε και φεύγετε; Τι έχετε εκεί και κελαρύζει; Δώρο για τους ενοίκους; Η καθαρεύουσά σας;
       Θα πλύνουμε το πρόσωπό μας στις μετοχές της, τις γενικές της, την οικονομία της.








Φωτο: Winnie

Το Όνομα του Ρόδου

Δύο ήταν τα πάθη του: η γεωμετρία και η γεωπονία. Το πρώτο το έκανε επάγγελμα, το δεύτερο χόμπυ. Όταν συνταξιοδοτήθηκε, αγόρασε με τις οικονομίες μιας ζωής την έκταση που είχε κρίνει κατάλληλη από πλευράς εδάφους και κλίματος, έφτιαξε ένα πρότυπο θερμοκήπιο και άρχισε να πειραματίζεται με τις διασταυρώσεις που τον απασχολούσαν δεκαετίες. Χρόνια μετά τα κατάφερε και δημιούργησε την ποικιλία που πάντοτε ονειρευόταν: το τριαντάφυλλο με τα 3,14 αγκάθια. Είχε επιτέλους φτιάξει το τριαντάφυλλο που θα συμβόλιζε τον μαγικό αριθμό π. Το λουλούδι αυτό, ενώνοντας σε ένα σώμα τις δύο μεγάλες του αγάπες, ήταν η δική του δικαίωση, η δική του αθανασία. Μπορεί να μην είχε διαιωνίσει το είδος του (που ποτέ του άλλωστε δεν αγάπησε), αλλά είχε γεννήσει ένα καινούριο, ολοδικό του είδος.
    Για την εμπορία της ποικιλίας ίδρυσε μια εταιρία: την «Π ΡΟΔΟ & ΣΙΑ». Χάρη σε ένα κόλπο του μάρκετιγκ, καθιερώθηκε και τα τριαντάφυλλα αυτά προορίζονταν μόνο για τις απιστίες, μόνο για όσους πρόδιδαν τους συντρόφους τους. Όταν πήγαινες και ζητούσες απΆ τον ανθοπώλη ένα π ρόδο, ήταν σαν να του ομολογείς ότι προδίδεις. Όταν στεκόσουν στο πεζοδρόμιο με ένα μπουκέτο π ρόδα, τα 3,14 αγκάθια τους φώναζαν σε όλον τον κόσμο ότι δεν είσαι εντάξει. Η σε δημόσια θέα προδοσία δημιουργούσε ένα παράδοξο συναίσθημα λερωμένης κάθαρσης. Πολλοί που είχαν μέσα τους την βαθιά ανάγκη της ενοχής, τα αγόραζαν ανεξαρτήτως πραγματικών περιστατικών.
    Το βράδυ της δωδεκάτης επετείου τους, ο δεύτερος ήρωας του κειμένου, συνηθισμένος από τις πολυάριθμες απιστίες του κι έχοντας χρόνια να της πάρει ένα λουλούδι, μπερδεύτηκε και το πήρε για εκείνη. Την φίλησε και της το έδωσε. Με το που το έπιασε στα χέρια της τρυπήθηκε. Με το που τρυπήθηκε συνειδητοποίησε τι λουλούδι ήταν. Με το ματωμένο της δάχτυλο ακούμπησε το άσπρο του πουκάμισο, τράβηξε δυο παράλληλες κάθετες γραμμές και τις ένωσε με μια οριζόντια από πάνω τους, σχηματίζοντας ένα π. Το τριαντάφυλλο το αποξήρανε και το τοποθέτησε στο κομοδίνο, μπροστά στην φωτογραφία του γάμου τους.



Ζεϊμπέκικο αντί τάγκο

Σου είπα όσα νόμιζα ότι ήθελες να ακούσεις. Με τον τρόπο που νόμιζα ότι ήθελες να τα ακούσεις. Μ' όλους τους τρόπους που μπορούσα να σκεφτώ. Μ' όλους τους τρόπους που δεν μπορούσα να σκεφτώ. Έπαψα να σκέφτομαι όταν σε είδα. Δεν υπάρχουν σκέψεις στο κεφάλι μου όταν σε βλέπω. Μόνο μουσικές. Στις τραγούδησα. Συνέθεσα ρεμπέτικα και συμφωνίες, καψουροτράγουδα και ροκ αλαλαγμούς, έγινα σαξόφωνο και σιωπή. Σώπασα για σένα. Σώπασα και σε κοίταξα. Σε κοιτούσα με μάτια γενναία ώστε να αντέχουν να σε κοιτούν και δειλά ώστε να αντέχουν να κοιτούν οτιδήποτε άλλο. Δεν είναι το πρόσωπό σου πρόσωπο. Σε κοιτούσα και ό,τι είχε μείνει συνειδητό μέσα μου προσπαθούσε να υποψιαστεί τι είναι τελικά το πρόσωπό σου. Το πρόσωπό σου κοριτσάκια αγέννητα που θα με φώναζαν «μπαμπά», το πρόσωπό σου η πηγή όλων των πόνων, το πρόσωπό σου ανεξήγητη εξήγηση, το πρόσωπό σου η προχαραγμένη μέσα μου (αυθαίρετα ή μοιραία, δεν με νοιάζει και δεν μ' απασχολεί) εκδοχή της ομορφιάς κι όλα τα άλλα πρόσωπα, όλα τΆ άλλα σχήματα, όλες οι άλλες μορφές του κόσμου λερές. Ελευθέρωσέ με απΆ την ασχήμια, ελευθέρωσέ με απ' όλες τις υπόλοιπες εικόνες. Δεν θέλω να βλέπω τίποτα που να μην είσαι εσύ.

Τέτοια σου 'λεγα, παραισθανόμενος πως μπορείς να με ακούσεις, πως μπορείς να με κοιτάξεις. Μα πώς θα ΅ταν ποτέ δυνατό, μικρό μου κέλυφος; Σε έχω εδώ, δεμένη στην καρέκλα και λουσμένη στη βενζίνη, κι ούτε τώρα με προσέχεις. Ψάχνεις τρόπο να λυθείς. Αν ήμουν σχοινί θα με κοιτούσες; Αν ήμουν πυροβολισμός που με σκότωνε για να σωθείς θα με άκουγες; Ανάβω τον αναπτήρα, σίγουρος ότι δεν θα μπορέσω να σε κάψω, σίγουρος ότι αδυνατώ να έχω την οποιαδήποτε επίδραση πάνω σου, σίγουρος ότι το πρόσωπό σου θα μείνει ανέπαφο. Ανάβω τον αναπτήρα και είμαι εγώ αυτός που θα καεί, ενώ οι φλόγες θα τρώνε τα πάντα εκτός από το πρόσωπό σου.

Σε λίγα λεπτά θα το ξανααντικρύσω στην κόλαση, κι εκεί θα το κοιτώ αιώνια, θα του μιλώ αιώνια, θα του γράφω αιώνια κι αυτό δεν θα έχει αντίδραση καμιά. 

Στυλίτης
(Δια χειρός Old boy)


Εκχώρηση Ονόματος .gr - Φιλοξενία Δικτυακού Τόπου - Κατασκευή & Ενημέρωση από την Ένωση Ελλήνων Χρηστών Internet