Ξένος
Καμίνι, 14 Αυγούστου
μαρμαρυγές από τον Εγγονόπουλο
Η Ύδρα δεν έχει παραλίες, παρά εσοχές στον βράχο, στο τείχος των βράχων που την περιτριγυρίζει. Σε αυτές τις εσοχές, που τις μασκαρεύουν σαν να είναι το πλακόστρωτο δίπλα από πισίνες ξενοδοχείων, λιάζεσαι· από εκεί βουτάς.
Ο χώρος είναι περιορισμένος, οι άλλοι σε βλέπουν μόνον από την πρόσθια όψη ή από την οπίσθια όψη όταν στέκεσαι. Δύσκολο να σταθείς προφίλ και να μείνεις έτσι. Έτσι βλέπεις κι εσύ τους άλλους. Έτσι έβλεπα κι εγώ την Ελεωνόρα να με κοιτάζει, έτσι κοιτούσα κι εγώ αυτή, βασανισμένος από αγάπη, μυστικά ελπίζοντας να μπορούσα να την κατέχω, να μην είχε δικό της βλέμμα, να μην είχε κόκκο δικό της μυαλό, να μην είχε σκέψεις σα σφυριά σιωπηλά και σφυρίγματα που ανεβοκατεβαίναν αόρατα, απρόσιτα και σιωπηλά μέσα στο κρανίο της.
Όμως με κοιτούσε που την κοιτούσα, αλλά με κοιτούσε και από μόνη της κι αυτή. Όπως τη χώριζα σε μέρη και κατέτασσα κάθε νομό του σώματός της ανάλογα με τα καλολογικά στοιχεία και τις εικόνες τους, άλλο τόσο κι αυτή. Μισή Γιαπωνέζα μισή Ίνκα, με τα στιλπνά μαλλιά και το αγεωγράφητο πρόσωπο, αγαπάει τη θάλασσα. «Από την κορυφή αυτού του ξερού βουνού βλέπεις μέχρι τον Σαρωνικό και τη Μονεμβασιά και όση θάλασσα θέλεις!» της λέω. «Πάντως όχι μέχρι το Περού.» απαντάει και βουτάει στο νερό. Σαν να έμπαινε σε πισίνα.
Δε θα ανεβούμε στο Έρε μέσα στο λιοπύρι. Αύριο, την ημέρα την επίσημη, την ώρα που σοβαροί ιερείς θα επικαλούνται μνήμες και απουσίες, θα είμαστε κλεισμένοι στο δωμάτιο. Με τα κόκκινα παραπετάσματα κλεισμένα είτε θα κοιμόμαστε, είτε θα ονειρευόμαστε, είτε θα ταυρομαχόμαστε, είτε – τέλος – θα ψιθυρίζουμε ο ένας στον άλλο μέσα στο σκοτάδι σε μια γλώσσα πετεινών που δεν είναι κανενός η μητρική
Cherchez la femme
(ή Οι αποσιωπημένες στον ευθύγραμμο λαβύρινθό τους)
Ακόμα και αν ξέρουμε ποια είναι η Camille Claudel και η Clara Schumann, μάλλον σε ελάχιστους από εμάς διαφεύγει ότι πάνω από το 50% του πληθυσμού αντιπροσωπεύεται από πάρα πολύ λίγες γυναίκες καταξιωμένους επιστήμονες, στοχαστές, συγγραφείς και δημιουργούς. Επιπλέον, πιθανότατα δεν έχουμε υπόψη μας τη Sophie Germain, μια από τις σημαντικότερες μορφές στον κόσμο των μαθηματικών, της κλάσης του Euler και του Gauss. Αμα είσαι γυναίκα, η φιλοσοφία και οι επιστήμες βρίσκονται, απλούστατα, πίσω από κλειδωμένες πόρτες για σένα.
Και η καλλιτεχνική δημιουργία; Ας μετρήσουμε τις γυναίκες δημιουργούς που γνωρίζουμε. Ας κρατήσουμε, κλείνοντας ένα-ένα τα δάχτυλα όπως ο σολωμικός μοναχός Διονύσιος δίπλα στο φιλιατρό, όσες θεωρούμε "σημαντικές". Όταν οι γυναίκες δημιουργοί δεν πέφτουν θύματα πατερναλισμού, εγκλεισμού και λογοκλοπής (υποθέτοντας ότι έχουνε στο μεταξύ καταφέρει να μαθητεύσουν προς την κατεύθυνση που η κλήση τους τις ελκύει), τις αναλαμβάνουν η κριτική και το κοινό (αμφότερων φύλων). Οι γυναίκες δημιουργοί καταλογογραφούνται καταλλήλως: ευαίσθητες αλλά ρηχές, οξυδερκείς αλλά μονόπλευρες, ανθρωπίστριες αλλά μελό. Κατάλληλες να εκτελούν μουσική, όχι να τη συνθέτουν. Ικανές να ενσαρκώνουν ηρωίδες στο σανίδι, όχι να τις πλάθουν δραματουργικά ή να τις σκηνοθετούν. Ιδανικές για ποίηση (και δη κλειστών χώρων), όχι για πεζογραφία (και δη διαστάσεων τοιχογραφίας). Αναντικατάστατα μοντέλα για εικαστικούς -- όμως πόσες γυναίκες εικαστικούς καλλιτέχνες μπορείτε να ονομάσετε; Υπάρχουν έργα στη λογοτεχνία, στη μουσική, στις εικαστικές τέχνες που να απηχούν την ανθρώπινη κατάσταση; που να αποκαλύπτουν την ανθρώπινη φύση; που να προβάλλουν ολοζώντανα μπροστά μας τα καθολικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης; Ναι. Πόσα από αυτά είναι γραμμένα από γυναίκες;
Η πορεία των γυναικών δημιουργών περνάει μέσα από έναν λαβύρινθο που όμως αποτελείται από έναν μακρύ ευθύγραμμο καφκικό διάδρομο με μια σειρά κλειδωμένες πόρτες κατά μήκος του: να καταφέρεις να λάβεις εκπαίδευση και μαθητεία, να ασχοληθεί κάποιος με τα πρωτόλειά σου, να διαδοθεί το έργο σου, να κάνεις θυσίες, να ασχοληθεί μαζί σου η κριτική ώστε να γυρίσεις πίσω στο έργο σου και να το παλέψεις κι άλλο, να κάνεις θυσίες, να μη χαθείς εκτελώντας την "ιερή" κι ανθρώπινη αποστολή της οικογένειας, να κάνεις θυσίες, να σε ανθολογήσει και να σε μνημονεύσει η κριτική... Ακόμα και όσες καταφέρουν να ανοίξουν όλες τις πόρτες, μπροστά τους βρίσκουν όλους εκείνους τους άνδρες συναδέρφους τους οι οποίοι δε χρειάστηκε ποτέ να διαπραγματευτούν τις κλειστές πόρτες και τις κλειδαριές τους, παρά πέρασαν μπροστά από αυτές πηγαίνοντας απ' έξω και από γύρω.
Πρέπει λοιπόν να αναφέρω ονόματα; Ελληνίδων αποσιωπημένων δημιουργών; Να μιλήσω για το παραγνωρισμένο έργο και την παρεξηγημένη προσωπικότητά τους; Δυστυχώς των περισσοτέρων δε γνωρίζω καν τα ονόματα, πολύ περισσότερο το έργο ή τη σημασία του. Αυτό συμβαίνει και επειδή πολλές από αυτές δεν κατάφεραν να γράψουν ή να ζωγραφίσουν ή να συνθέσουν τίποτα.
Την επόμενη φορά λοιπόν που, λόγου χάρη, θα σαρκάσετε ακόμα μία ελληνίδα πεζογράφο, ατελή Sei Shonagon προς βρώσιν σε παραλίες ή σε μισοάδεια διπλά κρεβάτια, σκεφτείτε ότι -- αν ήταν άντρας -- μπορεί και να θαυμάζατε τη λεπτοφυή πρόζα του, την τόλμη του, τους ρεαλιστικούς χαρακτήρες του, καθώς και τη διακριτική ματιά του στην καθημερινότητα...
Οδός Τύχης
Στη Συγγρού στάθηκα λίγο και παρακουλουθούσα τα αυτοκίνητα στο ρεύμα της καθόδου που επιταχύνουνε προσδοκώντας το άνοιγμά της λίγο πιο κάτω, λες και για να πάρουνε φόρα και για να απογειωθούν πάνω από την Αίγινα, ενώ είτε στον Πειραιά είτε στη Γλυφάδα θα καταλήξουν. Εναντιοδρομώντας, περπάτησα προς την πόλη, έτσι για να ξαναδώ εκείνη τη στροφή των Επιφανίων, της Βουλής και του Λυκαβηττού καθώς ανεβαίνεις την Αμαλίας, αυτή την αγαπημένη οπτική γωνία, καπνόν αναθρώσκοντα, να πούμε. Ξανά. Από εκεί η Πανεπιστημίου. Καμμιά φορά περπατώντας αφηρημένα, όχι όπως τώρα δηλαδή, πέφτω ξαφνικά μέσα στην Πανεπιστημίου από κάποια κάθετό της, στην Πανεπιστημίου που λίγοι αγαπούνε και καταλαβαίνουν. Τότε σαν να με σκουντάει κάποιος κοιτάω γύρω μου επιγραφές (Σαντεράτ, Ρεξ, sex shop, Τράπεζα) και κτήρια, ανθρώπους και πλάκες πεζοδρομίου, τον ουρανό και τα αγάλματα, λεωφορεία και περιστέρια. Ξυπνάω πάλι. «Πατρίδα», σκέφτομαι. «Πατρίδα.» Για λίγο. Κι ας είναι κάπως ψέμα. Στρίβω στην Πατησίων. Περπατάω γρήγορα. Μέσα σε τρακόσιες με τετρακόσιες λέξεις μπορώ να φτάσω μακριά, αρκεί να μην τις διαβάζετε εσείς, παρά να τις γράφω εγώ. Πατησίων. Μακάρι να μπορούσα σαν τον Στυλίτη να την ξαναδώ με τα μάτια ενός παιδιού, για πρώτη φορά. Να δω πώς θα μου φαινόταν, αν θα μου άρεσε. Πώς θα την ξαναμάθαινα και ποια σημεία της θα μου εντυπωνόντουσαν. Περπατάω. Πάλι αυτή η ανεξιχνίαστα ξινή τυρίλα από το τυράδικο στη στάση της ΑΣΟΕΕ. Πάλι εκείνο το μαγαζί των αλλόκοτων περιπτύξεων του 1995: οι φόρμες των μπαλαρινών δεν είναι φτιαγμένες για τέτοια. Βεβαίως η Πατησίων πάει και πάει, μάλιστα στραβώνει κιόλας λιγάκι μετά την Αγίου Μελετίου. Προχωρώ. Τώρα τελευταία (τελευταία; πόσα χρόνια λείπω;) εδώ στο αριστερό πεζοδρόμιο πριν και μετά από την Πλατεία Αμερικής μάλλον έχει γίνει πιάτσα. Πολωνέζες; Ίσως. Πατήσια. Στρίβω αριστερά σε ένα από τα στενά μετά την Κνωσσού. Μακριά από την αρένα των μεγάλων δρόμων, η πυκνή πόλη των μικρών, κλείνει την αγκαλιά της γύρω μου. Με καλωσορίζει. Μου δείχνει πεζοδρομήσεις και νεοκλασσικά με περιτείχιστους αυλόγυρους, αυλές πολυκατοικιών, σχολεία, μαγαζάκια και συνοικιακές ταβέρνες. Εδώ ας χαθώ, κι ας δω κι εγώ την πόλη λίγο, ας την περπατήσω. Τελικά στην πλατεία του Αγίου Νικολάου με τις οδηγίες ενός περιπτερά, βρίσκω τελικά τον δρόμο για την οδό Τύχης. Βρίσκω και την πόρτα, χτυπάω το κουδούνι.
Σχεδόν λευκά Χριστούγεννα, πάλι
Κάθε Χριστούγεννα, όσο πίσω τουλάχιστον με αφήνει να πάω η αχάριστή μου μνήμη, ερχόταν ταχυδρομικώς στο πατρικό μου μια ασυνήθιστη, σχεδόν λευκή ευχετήρια κάρτα. Δίχως διεύθυνση αποστολέα, είχε μονάχα δύο λέξεις γραμμένες ιδιοχείρως κάτω από την ευχή του τυπογραφείου: Δημήτρης Πατέρας. Κάθε ερώτηση μου για το πρόσωπο πίσω από την κάρτα θρυμματιζόταν ταχύτατα σε ένα τοίχο από υπεκφυγές. Στο παιδικό μου μυαλό το μυστήριο φάνταζε μεταφυσικό, αφού τον πατέρα μου τον έλεγαν Δημήτρη, και ο γραφικός χαρακτήρας δεν ήταν δικός του. Ακόμα και όταν ο πατέρας μου επέστρεψε στο τίποτα, οι κάρτες συνέχισαν να έρχονται ανελλιπώς, κάθε Χριστούγεννα, για να μου θυμίζουν πόσο λίγο τον ήξερα. Μερικές φορές προσπάθησα να σκάψω το παρελθόν του και να δω πως μπορεί να χρωστά κάποιος τόσα πολλά σε κάποιον που είχε τόσα λίγα. Προφανώς τον είχε βοηθήσει σε κάποια δύσκολη φάση, αλλά κανένας δεν ήξερε, ή δεν έλεγε ακριβώς με ποιον τρόπο. Η μόνη μου σύνδεση με τον ίδιο ήταν ένα νούμερο τηλεφώνου μιας άλλης πόλης, που είχα βρει στις χειρότερες μέρες της ζωής μου. Σκέφτηκα να τον πάρω τηλέφωνο και να πάω να τον βρω, να του κεράσω ένα καφέ και να μου πει τι είχε γίνει. Ήμουν εγωιστής μεγατόνων. Δεν επεδίωκα να στεφανώσω τον πατέρα μου με δάφνες ανιδιοτέλειας. Αλλωστε τον είχα απομυθοποιήσει από μικρή ηλικία, και για αυτό τον εκτιμούσα τόσο. Ήθελα μόνο να παρατείνω για λίγο τη γνωριμία μας, να μάθω κάτι νέο για αυτόν, ίσως και κάτι νέο από αυτόν. Ουσιαστικά προσπαθούσα να τον φέρω πίσω με τη βία, παραβιάζοντας στην πορεία όλα όσα θα σεβόμουν αν ήταν εδώ. Σταμάτησα εκεί. Αν έχω θέση σε αυτή την ιστορία, είναι αυστηρά αυτή του βουβού παραλήπτη των Χριστουγενιάτικων ευχών από κάποιο άγνωστο. Χρόνια του πολλά.
Και δώρα φέροντες... Γιώργος Στρατής (http://blog.readcy.net)
Αν είναι η απάτη (;) αμαρτία...Έτσι αρχίζουν οι περισσότερες ιστορίες, με μια απλή αντιθετική διάταξη. Ο Metatron, είναι ο κυνικός, ο χαιρέκακος, ο εμπαθής. Ο ρήτορας. Αυταρχικός και αλαζονικός, πρέπει να ήταν αρχομανής ως άνθρωπος. Ερμητικός και δύστροπος, διαρκώς οργισμένος και κεραυνοφόρος· γράφει κάθε τόσο ίσα-ίσα για να κάνει τα αυτιά και τα κεφάλια όσων τον διαβάζουν να βουίζουνε για ώρες, αφού η γραφή του, σαν χοντρή τσίγκινη καραμούζα, μια σαρκαστική παρωδία σάλπιγγας, σαν κύμβαλον αλαλάζον, ένα φτηνό πομπώδες γκόνγκ μάλλον, στεντόρεια βροντάει και κλαγκάζει. Αντηχεί πόλεμο και αυταρχισμό. Φωτιά εμπρηστική. Ο άλλος, ο Sandalphon, ο μουσικός: ένας γλυκύτατος τύπος. Μπορεί να είναι και τύπα, ποιος μπορεί να ξέρει. Γράφει με χάρη, γλυκά, χαμηλόφωνα αλλά ρωμαλέα· καμμιά φορά χαρίζει ευφρόσυνες εικόνες και χαρούμενα χρώματα, ένας θεός ξέρει πού τα πετυχαίνει, πώς τα πλάθει. Πάντοτε γράφει σύντομα, όλο αρώματα σεμνά και αποχρώσεις χαϊδευτικές, όχι θαμπές, ούτε ξεθωριασμένες – πάντοτε διακριτικές όμως. Όσοι τον διαβάζουν, περιμένουνε να γράψει πώς και πώς για να τους γλυκάνει, να τους αγγίξει απαλά κάποια χορδή, να ανασύρει κάποια χαμένη ανάμνηση, κάποια ευαισθησία δύσκολη αλλά πολύτιμη. Φλόγα θερμαντική που θάλπει, όχι εκτυ¬φλωτική. Κι οι δύο κάτοικοι της πόλης μας, το ομολογούν άλλωστε. Δεν είναι όμως μόνον η γραφή τους που τους ξεχωρίζει, δεν είναι μόνον οι εικόνες που κοσμούν τα κείμενά τους (του Sandalphon, δηλαδή, ο Metatron έχει άσπρο φόντο και μαύρα γράμματα – τέλος), είναι όλα τους. Τα πάντα. Το στήσιμο, λόγου χάρη: του ενός, ε, κατα¬λαβαίνετε ποιανού, είναι σχεδιασμένο με φροντίδα και λεπτομέρεια, άρτιο γραφιστικά, με ένα μοτίβο κάπως κυκλικό και σαν ανθισμένο στο ασημί φόντο, οι παράγραφοι και οι αράδες στρωμένες και τακτοποιημένες. Το καημένο το παιδί. Αντιπαθεί τον Metatron, είναι φανατικός θαυμαστής του Sandalphon. Όμως, πώς ήτανε δυνατόν να πιστεύει πως θα χωρούσανε δύο τύποι όπως αυτοί οι δύο στη μικρή μας πόλη; Έτσι είναι η ζωή. Έτσι είναι και στα μπλογκ.

Τραπεζώνοντας συγγραφείς του 20ου αι.
Η ευκαιρία να συμπέσουμε χρονικά με όσους θαυμάζουμε είναι ακριβώς αυτό: ζήτημα χρόνου. Μετά έπονται όλα τα άλλα, όπως οι αποστάσεις και οι αόρατοι φράχτες των τάξεων. Ωστόσο πάντα παραμένει ο καημός να θέλουμε να τους συναντήσουμε. Αφού είχα χάσει την ευκαιρία μου να συμπέσω και με τους δυο τους, άρα να έχω τη δυνατότητα (αν όχι και την πιθανότητα, έτσι;) να τους συναντήσω διά ζώσης, έπρεπε να βρεθούμε τώρα που αυτοί είχαν πια σχωρεθεί. Τον γέρο δεν τον πρόλαβα για δυο-τρεις δεκαετίες· καλύτερα, βεβαίως: ούτε εκείνος θα ήταν αυτός που είναι εάν είχε γεννηθεί τόσο αργότερα, ούτε εγώ θα ήθελα τελικά να είχα γεννηθεί δυο τρεις δεκαετίες πριν, αφού θα είχα καταλήξει αριστεριστής με ακατάσχετα ατημέλητη τριχοφυία. Τον πιτσιρικά τον έχασα για μόλις έξι εφτά χρονάκια. Αν βεβαίως δεν είχε αναχωρήσει, τώρα θα είχε μπλογκ κραταιό όπου θα με διαπόμπευε ως παραζαλισμένο Νεοέλληνα και δίψυχο νουβελβαγκίτη. Αναγκάστηκα λοιπόν να τους κλείσω μια συνάντηση χρόνια αφού είχανε πια σχωρεθεί. Και ποιο καλύτερο πρόσχημα μιας συνάντησης, παρά το φαγητό; Το πρώτο μου πρόβλημα ήταν εάν τρώνε φαγητό οι μακαρίτες, ή αν πορεύονται με κόλλυβα, σπονδές, κεριά και λιβάνια. Κατέληξα τελικά πως το φαγητό με παρέα δεν το περιορίζουν τα σύνορα του Επέκεινα. Τι να φτιάξω, όμως; Σκέφτηκα μπριζόλες, αλλά από αυτές χορτάτοι και οι δύο. Ίσως τα θρυλικά μου σουτζουκάκια, για το couleur locale – τα συνοδεύω με πιλαφάκι. Όμως, το ρύζι θα ήταν ταλαιπωρία για κάποιον που βλέπει μόνο σκιές, είτε γιατί ζει στον Αδη, είτε γιατί μετά θάνατον κουβαλάμε τα κουσούρια του επίγειου βίου (όπως έγραψε και ο προφήτης Μισαήλ), άσε που μπορεί να του έπεφταν βαριά, παρότι τα προσέχω πολύ. Ο πιτσιρικάς πάλι, αυτός δεν ήταν ποτέ και πολύ του φαγητού, πετσί και κόκκαλο, μ’ ένα τσιγάρο κι ένα ξύδι στο χέρι· αυτόν τελικά δε θα τον ένοιαζε τι θα έφτιαχνα, ίσως και να μην το εκτιμούσε. Στο τέλος αποφάσισα, αφού λόγω χρόνου δε συμπέσαμε εν ζωή, να τους προσφέρω κάτι της δικής μου εποχής, αφού – έτσι κι αλλιώς – πρέπει να είμαστε απολύτως μοντέρνοι. Παρήγγειλα απ’ έξω.

Αρχή, μέση και τέλος
Όλοι συμφωνούν πως αυτή είναι η καλύτερη φωτογραφία μου. Δεν εννοώ η καλύτερη παιδική φωτογραφία μου, εννοώ η καλύτερη φωτογραφία μου, γενικά. Η αδερφή μου μάλιστα την έχει περιλάβει σε ένα κολλάζ-τοτέμ όπου απαθανατίζει και ξορκίζει ολόκληρο τον εξουσιαστικό μηχανισμό ψιλομεταφυσικών διαστάσεων που λέγεται ‘ελληνική οικογένεια’. Τέλος πάντων, παρεκβαίνω. Αυτή η φωτογραφία βγήκε σε ένα μπαλκόνι στο Πήλιο από φωτογράφο μερακλή και καλλιτέχνη. Ανήκει στην ίδια θρυλική σειρά όπου ανήκουνε κι άλλες ενδιαφέρουσες και καλοτραβηγμένες φωτογραφίες, όπως εκείνη όπου είμαι καθισμένος κάτω από καστανιές, κάτι μου τραβάει την προσοχή και κοιτάζω αριστερά ενώ ο ξαδερφός μου κλέβει μια γλειψιά από το παγωτό που κρατάω στο δεξί χέρι· εκείνη όπου η θεία, ντυμένη κατά τις επιταγές της χίπικης εποχής, με κρατάει στον αέρα για να κάνω την ανάγκη μου· εκείνη όπου οι δύο οικογένειες είμαστε στο γρασίδι και περιμένουμε να τελειώσει το τίκι τάκα και να κροτήσει η Nikkon, ξαπλωμένοι μάλλον είτε πιο δώθε από εκεί όπου έκανα την ανάγκη μου είτε πιο πριν. Εδώ σταματάει η δική μου εμπειρία. Δε θυμάμαι την εκδρομή στο Πήλιο, δε θυμάμαι πόσο όμορφα ήταν, δε θυμαμαι που με άφησαν στο σπίτι γιατί δε χωρούσα στο ρώσικο αυτοκίνητο που μετά από πολλές κυβιστήσεις στάθηκε στην άκρη του γκρεμού και μέσα από το οποίο βγήκαν όλοι ατσαλάκωτοι. Δεν έχω αναμνήσεις από την εκδρομή, μόνο τέσσερις φωτογραφίες. Όταν είσαι ενήλικας, η παιδική σου ηλικία είναι ένα αφήγημα των μεγαλυτέρων σου. Μετά αναλαμβάνεις εσύ την αφήγηση, τώρα λέγεται «αναμνήσεις», οι αναμνήσεις σου. Κλείνεις τα μάτια σου και ξαναγίνεσαι αφήγημα. Των μικρότερών σου.

Αντίστροφο κείμενο Αφιερωμένο στον Ντουλάπη και στον Στυλίτη – καθώς και στον Αλβερίχη που μάς κοιτάει από ψηλά. Το χειρίστηκα σαν ποίημα και όχι σαν τραγούδι ή σαν φολκλορικό τσαλίμι
A Rebel Dance
By planes and on boats And with our friends of old We are spinning around in the dark But you can’t hear us
Flying virgin, vespers’ anthem, God’s voice spins around in our heads
But you can’t hear us
You can’t hear us singing In voices electric Inside underground tunnels, ’Til our orbits cross Your basic principles We praise you, inside the underground tunnels In vows and jinxes ’Til our orbits cross your basic principles
Breeze, my father, Came from Smyrna in ’22 And he lived for fifty years In a secret cell.
Unreachable mother, made of clay and sky I’ll lose myself from your gaze Into this world, like a refugee, In a secret cell
In this world, those who love Eat dirty bread And their desires track An underground path
Those who love, they eat dirty bread, those faithful to your word And their desires track an underground path
Last night I saw a friend Going round like a goblin On his motorbike Dogs running after him
Enormous woman, who rules in the heavens Suns and moons electric You held on to me and off we were Dogs running after us.
Get up, my soul, power up Get your clothes on fire Get the band on fire So that, just like a black spirit, Our terrible speech spring out
Like Mark, give me the spear that pricks A golden wound So, just like black blood, our terrible speech spring out.

Σκεύος ηδονής
Κάθε αφήγηση εφήμερων ερώτων είναι απλή και απλοϊκή. Τα συμφραζόμενα αλλάζουν. Εγώ έπρεπε να ξεφύγω από την Αλλη. Ετοιμαζόμουν να πάψω να είμαι ξένος στην πόλη μου και να γίνω, επιτέλους, Ξένος. Ο Φίλος έπρεπε κι αυτός να ξεφύγει από τη δική του Αλλη, που προσπαθούσε αλλά όχι αρκετά. Βρεθήκαμε σε ένα νησί όπου τα κλαμπ είχαν ονόματα όπως Arjuna (το άρμα στη Μαχαμπαράτα που οδηγεί ο Κρίσνα, για σκέψου) και την εποχή όπου ο Ωρίωνας ανατέλλει στον ουρανό, ματαιοπονώντας. «Φαίνομαι επικίνδυνος;» ρώτησα αυθόρμητα τις κοπέλες, μάλλον η πιο κρετινιάρικη ατάκα στην ιστορία της νήσου – κι έχει ακούσει πολλές και πολύ αβυσσαλέες. Οι κοπέλες όμως μείνανε μαζί μας, ήπιανε μαζί μας, χόρεψαν μαζί μας, μέχρι τις τέσσερις, οπότε κλείνουνε τα κλαμπ και τα στενά γεμίζουν για μία ώρα παραζαλισμένους χαροκόπους ώσπου να ανοίξουνε τα άφτερ για να τους περιθάλψουν. Μείναμε οι δυο μας. Δεν καταλάβαινα πως με ήθελε, δεν ήξερα πως θα την ήθελα, άλλωστε εγώ απλώς ήθελα να ξεφύγω από την Αλλη και μέτραγα μέρες ώσπου να γίνω κανονικός Ξένος. Κατεβήκαμε την πλαγιά συζητώντας εγκυκλοπαιδικά θέματα. Με φίλησε, τη φίλησα. «Υπάρχει άλλος, ξέρεις...», «Α, ναι, κι εγώ έχω Αλλη, αλλά...», έσπευσα. Συνεχίσαμε τη συζήτηση και την κατάβαση, ηγεμονικώς, ήτοι λάου-λάου. Βρήκαμε μια βάρκα. Μεταξύ βάρκας και νερού, άμμοι, μυρωδιά σαπουνιού, άβολα εσώρουχα, έτσι, όχι έτσι. Επιτέλους γινόμουνα κι εγώ αντικείμενο ηδονής κι όχι «ήλιος», όχι «Κρίσνα» και «βουνό» (που θα έλεγε κι ο Τιμ Μπάκλεϋ). Μετά πήρα το κεφάλι της στα γόνατά μου και της έμαθα τα αστέρια (όσα ήξερα εγώ δηλαδή) και της ψιθύρισα silly nursery rhymes. Την άλλη μέρα την έβγαλα στο δωμάτιο, με χανγκόβερ και αγαλλίαση: επιτέλους είχα ξεφύγει, επιτέλους είχα γίνει εφήμερος και αναλώσιμος και μέρος του τοπίου. Η Helle με έψαχνε στα πλακόστρωτα ντυμένη ένα άσπρο μακρύ φόρεμα, έτσι μου είπε ο Φίλος.
Ξένος με ονοματεπώνυμο
Όταν έφυγα από την Ελλάδα δεν αισθάνθηκα ποτέ ξένος εκεί που πήγα. Εντάξει, ήμουν ξένος, αλλά και σε έναν τόπο όπου οι ντόπιοι ούτως ή άλλως φερόντουσαν οι ίδιοι σαν ξένοι. Όχι, δε λέω πως πάντοτε με αντιμετώπιζαν φιλόξενα οι άνθρωποι, ήταν όμως, ας πούμε, πάντοτε δεκτικοί. Από το μικρό δωματιάκι που με πρωτοφιλοξένησε στην πόλη έως στο σπίτι με κήπο (α! ο κήπος· η μηλιά, οι καινούργιοι φίλοι μαζί με τους οποίους καθόμασταν κάτω από την πλούσια σκιά της, κρεμώντας φαναράκια στα κλαριά για το σκοτάδι), όλοι ήξεραν καλά τη χώρα μου και τους φαινόταν φυσιολογικό, αν όχι τελείως αδιάφορο, να βρίσκομαι εκεί που βρίσκομαι είτε προσωρινά, είτε μόνιμα: κανένα πρόβλημα. Ούτε πολιτικό άσυλο ζητούσα, ούτε επίδομα ανεργίας, ούτε καθεστώς πρόσφυγα· το όνομα της χώρας μου δεν ξεκινούσε με κάποιο παραπειστικό 'σλοβ-', ας πούμε, και σίγουρα δεν έληγε σε κάποιο '-ία' – είχε δηλαδή τα εχέγγυα της παλιάς, πραγματικής και δοκιμασμένης χώρας, όχι κάποιου νεοπαγούς αγροτεμάχιου της Αφρικής, της Μεσευρώπης, ή από πίσω από το Παραπέτασμα.. Και εγώ ο ίδιος ήμουνα μελαχρινός από τον Αθάνατο Ήλιο της πραγματικής πατρίδας μου, όχι επειδή καταγόμουν από κάποιον βρώμικο και υπανάπτυκτο τόπο· ήμουν ωμός κι απότομος λόγω της ανοιχτής και εξωστρεφούς κουλτούρας της (εγώ, ο δύστροπος και χολερικός), και όχι από έλλειψη καλών τρόπων, όχι γιατί ήμουν ένας άξεστος που έτρεχε να ξεφύγει από γιγαντόμορφα μετακομμουνιστικά χαλάσματα ή τσουρουφλισμένες λασποκαλύβες. Ο τρυφηλός άπατρις μέσα μου ησύχασε και αναπαύτηκε σε εκείνον τον τόπο, ακριβώς επειδή εκεί όλοι μπορούσαν να τον δουν ως άνθρωπο, ως προσωπικότητα που λέμε, αφού εύκολα και χωρίς πολλά-πολλά αναγνωρίζαν τη δημοφιλή πατρίδα του και αμέσως προσπερνούσαν αυτή την πληροφορία. Ο άπατρις μέσα μου μπορούσε δηλαδή να είναι ο εαυτός του ή ο εαυτός μου, δεν ξέρω ποιο από τα δύο.
Ο ψευδώνυμος πελάτης
Μαγιάτικα μάς κουβαλήθηκε ένας παχουλός κύριος μέσα σε γουναρικά και χρυσοκέντητα, τυλιγμένος πιο σφιχτά κι από πιπεράτο κεμπάπ μέσα στην πίτα του. Ρώτησα τη ρεσεψιονίστα, τη Μάσιγγα, το όνομα του, αλλά με τρόπο τάχα μπλαζέ και αδιάφορο: πάντοτε πιάνει αυτό· όταν είσαι φτωχόπαιδο που σε σπουδάζουν υποτροφίες και αόρατοι παπάδες κι ευεργέτες, μαθαίνεις να τα προσοικειώνεσαι αυτά τα καθαρευουσιάνικα καμώματα, αυτά τα πολίτικα σκέρτσα και σχέδια που (ψευδο)μαρτυρούνε κύρος και περικλεή καταγωγή. «Βιζυηνός», μου απάντησε γελώντας. «Σίγουρα ψευδώνυμο, από αυτά που έχουνε κάμποσοι από τους ενοίκους μας: άλλοι γιατί είναι διασημότητες ινκόγκνιτο, άλλοι γιατί τους κυνηγάνε. Παρά τα γουναρικά και τους μύστακες, μάλλον στη δεύτερη κατηγορία ανήκει αυτός. Εμιγκρές ίσως.» Εμιγκρές; Μπα. Οι χώρες που βγάζανε τέτοιους εμιγκρέδες έχουνε λήξει εδώ και δεκαετίες. Ποιος μπορεί πια να είναι και ρωσοτσαρικός στα ντυσίματά του, και τούρκος στα γαστρονομικά του, και ρωμιός στην πονηριά του ματιού και την έπαρση, και βλοσυρά βαλκάνιος στο σωματότυπο (όσον είδαμε, τέλος πάντων); Σιγά σιγά άρχισε να κατεβαίνει από το δωμάτιό του στο σαλόνι του ξενοδοχείου, μίλαγε πότε για κάτι ορυχεία στην Παλαιά και στην Νέα Ευρώπη (ποια είναι ποια;), πότε για την ψυχολογία του παιδιού, πότε για κάποιους Πλωτίνο και Πορφύριο (τίποτε δεσποτάδες;), πότε κάτι λαογραφικά μάς πέταγε. Σίγουρα πολυταξιδεμένος. Στις κυρίες συστηνόταν καθηγητής, στους κυρίους επιχειρηματίας. Όταν έτρωγε έπαιρνε πάντα σούπα καθώς και ό,τι πιο πλούσιο και γιαουρτλούδικο και σαχαρόπηκτο είχε να προσφέρει το μενού του εστιατορίου – βεβαίως μην ξεχνάτε πως το μενού του Memory είναι συνήθως ισχνό. Τελικά ναι ρε συ, εμιγκρές είναι. Αλλά μάλλον φευγάτος από πολλές πατρίδες, όχι μόνο από μία, ίσως ακόμα κι από το ζεστό σπίτι της κοινής λογικής. Δυστυχώς όμως, πάνω που τον συμπάθησα, μάς έφυγε και δεν πρόλαβα να του πιάσω την κουβέντα. Έφυγε, λέει, για Νάπολη· άλλοι είπαν πως πάει στη Γερμανία. Aρα τον χάσαμε για πάντα; Μπα, είμαι σίγουρος πως όλο και κάτι θα γράφει, αν και όχι πολλά και μακροσκελή – μάλλον τίποτε ποιήματα, άντε το πολύ πολύ και σε κσνένα μπλογκ με ψευδώνυμο. Ψευδώνυμο πάνω σε άλλο ψευδώνυμο, βεβαίως: Μοσκώβ, Κιαμήλ, Γιωργής, ίσως και Αννιώ.
 Φωτο: Winnie
Προς τι η κουτσουπιά;
Κουτσουπιά. Τι ξέρω εγώ για τις κουτσουπιές, τίποτα, εκκωφαντικά αδαής περί τα δέντρα και τα λουλούδια. Νομίζω πως οι κουτσουπιές είναι οπωροφόρα. Κάτι θυμάμαι σχετικά από κουβέντες της γιαγιάς. Α, η γιαγιά, η ξεροκέφαλη αρκάδα, αυτή που με έντεκα ιστορίες όλες κι όλες στο οπλοστάσιό της ξιφουλκεί ακούραστα και ισχυρίζεται πως μπορεί όλα να τα εξηγήσει κι όλα να τα ξεκλειδώσει (βεβαίως, χρειάζεται κανείς περισσότερες ιστορίες τελικά;). «Το δέντρο του Γιούδα», επέμενε. Επίμονο εγγόνι, εγγονός της γιαγιάς μου, ρωτούσα: «γιατί;». «Απ' αυτό κρεμάστηκε.» «Από συκιά δεν κρεμάστηκε;», αντέτεινα, πνεύμα αντιλογίας, εγγονός της γιαγιάς μου. «Ναι, αλλά, το αγκάθινο στεφάνι του Χριστούλη ήταν από λεπτά κλαριά κουτσουπιάς.» Όμως εγώ ήξερα πως ήτανε φτιαγμένο από εκείνο το λουλούδι με τα αγκάθια και τα ασήμαντα λουλούδια που έσταζε γάλα και που είχε στη γλάστρα η θεία Κούλα, αυτό που η γειτόνισσά της επέμενε πως έπρεπε να χαλάσει, ακριβώς γι' αυτό τον λόγο. Τελικά καταλήξαμε πως η κουτσουπιά, δέντρο αλαζονικό και κομπλεξικό κατά τον θρύλο τον δικό της θρύλο; καθώς και παραδομένο μανικώς στη δίψα της υστεροφημίας, ήταν εκείνη που δέχτηκε να δώσει το ξύλο της για τον Σταυρό, ενώ τα άλλα δέντρα τραβήχτηκαν φρικιώντας. Αλλά κι αυτό μάλλον δεν ισχύει. Ο Τίμιος Σταυρός από κουτσουπιά; Τα χρόνια πέρασαν και, αντίθετα με τα εύτακτα και συμμαζεμένα των αφηγήσεων, όπου ο μαθητής προδίδει τον δάσκαλο και ποτέ το αντίθετο, όπου οι κατάρες πιάνουν και απλώνονται σα λεκές μελανιού, όπου ο δρόμος του καθενός είναι ένας και όποιος τον βρει καλώς κι αλλιώς ατύχησε, η γιαγιά με πρόδωσε και με πλήγωσε και με πρόσβαλε και προσπάθησε με πείσει, με μια από τις έντεκα ιστορίες της, πως δικαίως έτσι. Τη δόλεια!
 Ένα δωμάτιο ήσυχο, παρακαλώ Εδώ και χρόνια ζω ως ξένος. Εδώ και πολλά χρόνια. Όπως μας είπαν πολλοί ξένοι πριν από μένα, μόλις γίνεις ξένος κάπου είσαι ξένος παντού. Οι φίλοι, διάσπαρτοι ανά τον κόσμο, θυμούνται από μένα σκιές και κουβέντες. Εγώ δεν ξέρω τι θυμάμαι πια. Όταν όμως κοιμάμαι και έχω την τύχη να ονειρευτώ κάτι, ονειρεύομαι πως κατάγομαι από κάπου κι ότι ζω κιόλας εκεί. Πάντοτε πρόκειται για μια πόλη: Aμστερνταμ, Παρίσι, Νέα Υόρκη, Λονδίνο. Πάντοτε βρίσκομαι στο δρόμο ή πίσω από μια κουρτίνα κοιτώντας κάτω στο δρόμο και χαμογελώντας. Aλλες φορές, ονειροπολώντας, θυμάμαι φωνές, πλατείες, δρομάκια· χιόνι στο Ουρμπίνο, πιάνα από ανοιχτά παράθυρα στην Πράγα, φλαμανδικά λάβαρα στην πλατεία της Μπρυζ, σαλόνια στη Ρεν, δυσπεψία στο Καίμπριτζ της Βοστώνης, παγωμένα σκαλιά στο Εδιμβούργο και ένα μάλλινο σκουφί στο Kαίμπριτζ της Αγγλίας. Οι ξένοι έχουν πάντοτε την τάση να ονειροπολούν, άλλωστε για χρόνια υπήρξα φτωχός ξένος, όταν η ονειροπόληση και η θέα από γέφυρες ήταν το μόνο αντίδοτο στην πλήξη. Ένα δωμάτιο ήσυχο, παρακαλώ. Δε με πειράζει η θέα. Θα βγω. Ξένος (Δια χειρός Sraosha)
|