Κοκκινομποτίτσα
… «Και τελικά είναι μια γυναίκα, μισή ιπποκάμπη και μισή περιδέραιο»…
"Ελεωνόρα"
Νίκου Εγγονόπουλου
Περιπλανέτα
Δεν υπάρχει χειρότερο από έναν καβγά νωρίς το πρωί, όταν ακόμα δεν έχεις πιει καν μια γουλιά καφέ.
Ειδικά αν βρίσκεσαι σε ξερονήσι και η παρέα σου αποτελείται από άλλον έναν. Αν κι αυτός ο άλλος ένας, είναι και αυτός που κρατάει τα κλειδιά του αυτοκινήτου, ζεις για λίγο στα Τάρταρα.
Μες στην ερημιά. [Έτσι ήμουν από παιδί. Τη στιγμή που ένιωθα ότι πρέπει να κατέβω, κατέβαινα. Δίχως μεν και δεν].
Αλλά είχε ζέστη εκείνο το πρωί. Πηχτή, να την κόψεις με μαχαίρι και να κρατήσεις κομμάτι. Δεν έπαιρνα ανάσα.
Πίστευα ότι με μια βουτιά στα παγωμένα νερά θα κατάφερνα να συνέλθω από τον λήθαργο.
Η μικρή παραλία ήσυχη. Μεσάνυχτα κι όμως με τρανταχτό ήλιο.
Κολύμπησα για ώρα πολλή, πέρα δώθε, από τα νεύρα, το ορκίζομαι. Με κάθε βουτιά ένιωθα το παγωμένο νερό να μουδιάζει ολοένα και περισσότερο κάθε χιλιοστό και μιλιγκράμ του σώματος που ένιωθα πριν βαρύ σα μολύβι.
Την πρόσεξα μετά από ώρα.
Αλλά την αγνόησα. Ξάπλωσα πάνω στην πετσέτα που βρήκα στο σακίδιο. Δικιά του. Τον μύριζα. Με κλειστά μάτια και πάλι εκείνος μπροστά μου, αναιδέστατος, εξαιρετικά διεφθαρμένος.
Και τότε πλησίασε. Βγήκε στα ρηχά και ανακάθισε στη βρεγμένη άμμο, αφήνοντας τα πόδια της να τα βρέχει η θάλασσα.
Τα πόδια της; Αλίμονο. [και είχε υπέροχα μαύρα μαλλιά].
Πόδια σαν ουρά. Σαν πλοκάμι. Καλυμμένο από βεντούζες μικρές, ροζ.
Μήτε άνθρωπος, μήτε τέρας, όλα, τόση ομορφιά.
Όταν γύρισε το κεφάλι της προς το μέρος μου, είδα βλέμμα ξεπλυμένο, σχεδόν λευκό. Έδειχνε τη χούφτα της. Ένα μεγάλο μαργαριτάρι, ούτε ροζ, ούτε ακριβώς λευκό, ιρίδιζε όπως το ούζο στο ποτήρι.
Μετά έδωσε μια και βούτηξε πάλι μέσα. Τόσο γρήγορα όσο εμφανίστηκε. Και χάθηκε. Δεν την ξαναείδα.
Ούτε όταν μετά από χρόνια πήγα πάλι εκεί. Με άλλη γεύση, ακόμα και το νερό γλυκύτερο.
[κι αν ήταν όνειρο; κι όμως, μαλώνω τη σκέψη μου].
Κωλόπολη, δεν την έμαθα ποτέ
Θέλω να κατέβω Πειραιά. Είμαι ήδη στην Πειραιώς, πόσο δύσκολο να’ ναι. Θέλω να δω θάλασσα απόψε.
Το αμάξι κάνει έναν περίεργο ήχο. Αν ήταν μαζί μου ο Ν. θα μπορούσε τώρα να μου αναλύσει και τον ήχο και την αιτία ύπαρξής του. Αλλά εγώ γνωρίζω από αυτοκίνητα, όσο και από μαγειρική. Με το ζόρι ξεχωρίζω το γουώκ από το τηγάνι. Αλλά δε μ’ αρέσει αυτός ο ήχος. Νιώθω στο ρελαντί, ότι πηδάει. Τι σκατά, νυχτιάτικα.
Είμαι στην Πειραιώς. Αλλά δε ξέρω τίποτε παραπάνω. Κωλοπόλη, δεν την έμαθα ποτέ.
«Η ιστορία της οδού Πειραιώς ξεκινά τον 5ο π.Χ. αιώνα, όταν οι Αθηναίοι, κατανοώντας τη σημασία του Πειραιά, οικοδόμησαν τα Μακρά Τείχη για την αμυντική σύνδεση των δύο πόλεων...», αυτό το θυμάμαι, απέξω κι ανακατωτά. Είχαμε στη γειτονιά έναν Γκάγκαρο, μας είχε γανώσει με την ιστορία κάθε δρόμου. Θυμάμαι τι έλεγε ο παλαβός, αλλά δεν ξέρω, πως διάολο φεύγω από δω. Δεν είναι ούτε ο Σ. εδώ.
Παρκάρω σε ένα σκοτεινό δρομάκι δίπλα. Βάζω συναγερμό. Από κεκτημένη πιο πολύ και κατεβαίνω.
Πρέπει να σταματήσω ένα ταξί. Στην Αθήνα μπορώ να χαθώ ακόμα και σήμερα μέσα σε λίγα λεπτά με απίστευτη ευκολία.
Θέλω να δω θάλασσα απόψε. Να μυρίσω αλμύρα. Έχει αέρα, θα είναι ότι πρέπει.
Ψάχνω τις τσέπες μου. Έχω ξεχάσει κάπου το πορτοφόλι μου. Μάλλον στο ξενοδοχείο.
Στην τσέπη του τζιν βρίσκω λίγα κέρματα. Δε μου φτάνουν να κατέβω στο λιμάνι. Είναι και η επιστροφή στη μέση. Σκατά. Το ήθελα πολύ.
Σταματάω ταξί. «Στο Αμαρυλλίς». Με κοιτάζει στραβά.
Θα με κάνει γύρους πάλι. Αναθεματισμένη φάρα.
«Είμαι πολύ κουρασμένη κι έχω πέντε ευρώ μαζί. Αμαρυλλίς, να τελειώνουμε».
Με κοιτάζει μέσα από τον καθρέφτη τσατισμένος. Θα προτιμούσε μια κούρσα για Πειραιά. Κι εγώ θα την προτιμούσα.
Με αφήνει Βερανζέρου και Τρίτης Σεπτεμβρίου. Δίπλα στην Ομόνοια. Ξένη μέσα στους ξένους. Μυρίζει παστέλι και ξηρούς καρπούς. Προσπερνάω δυο πιτσιρίκες που κάνουν πεζοδρόμιο. Βγάζω τσιγάρο, μου δίνει φωτιά ένας Πακιστανός. Μου κάνει νόημα «πόσο πάει». Δαγκώνομαι να μην απαντήσω. Δε νυστάζω. Θα ανέβω να πάρω το πορτοφόλι και θα φύγω πάλι.
Xmas lullaby
Ανοιξα τα μάτια μου ξαφνικά μέσα στη νύχτα. Όχι από κάποιο θόρυβο ή ανησυχία, ούτε από κάποιο πόνο, αρρώστια ή άλλη ανάγκη. Ένα ακαθόριστο συναίσθημα, μια θολή σαν τον καπνό του τσιγάρου αναστάτωση, κάπου βαθιά μέσα στο στήθος μου, με επανέφερε από τον ύπνο στην πραγματικότητα. Ένα χαρακτηριστικό σφύριγμα από τον αέρα ανάμεσα στα ξύλινα παντζούρια, πρόδιδε πως έξω φυσούσε πολύ. Γύρισα προς το ενοχλητικό, για την ηρεμία της χειμωνιάτικης νύχτας, «τικ τικ» του ρολογιού. Τέσσερις παρά δέκα.
Σηκώθηκα και πήγα προς το σαλόνι του σπιτιού. Η επαφή της γυμνής πατούσας μου με το παγωμένο μάρμαρο του διαδρόμου με ξύπνησε για τα καλά. Στέκομαι στη λευκή φλοκάτη και κοιτάω γύρω στο δωμάτιο. Όλα είναι ήρεμα, σαν να κοιμούνται και τα έπιπλα. Δε νυστάζω. Πλησιάζω τη βιβλιοθήκη, παίρνω ένα ποτήρι και βάζω δύο δάχτυλα malt (πάντα μου άρεσε να έχω αλκοόλ και δύο ποτήρια δίπλα στα βιβλία). Κολλάω δίπλα στο τζάμι και κοιτάω έξω στο δρόμο.
Τα μπαλκόνια στα γύρω κτίρια είναι στολισμένα. Κάποια είναι πολύ όμορφα και άλλα παντελώς κακόγουστα. Γελάω μ’ αυτόν που κρέμασε ένα φουσκωτό Aη-Bασίλη στα φωταγωγημένα κάγκελα του σπιτιού. Μοιάζει με μικρό πτώμα. Μνημείο σε μια μελλοντική νίκη των καλικαντζάρων. Ορόσημο του αγώνα τους ενάντια σε μια ψυχρή ανέραστη εμπορική γιορτή.
Πιο πέρα, κάποιος έχει τυλίξει στα ξύλινα κάγκελα δύο ή τρεις φωτοσωλήνες με διάφορα χρώματα. Υπέροχο σκηνικό για καλτ τεχνολογικό θρίλερ. Η επανάσταση των ρομπότ-πυγολαμπίδων. Το 2. Νομίζω πως δεν έχει σημασία πως και που θα μπούνε τα λαμπάκια, αρκεί να είναι πολλά. Σκέφτομαι μήπως δεν είναι τα Χριστούγεννα που δεν μου αρέσουν αλλά ο τρόπος που τα γιορτάζει ο κόσμος.
Κατεβάζω με δυο μεγάλες γουλιές το περιεχόμενο του ποτηριού. Το ρολόι δείχνει τέσσερις και δέκα. Μισώ τις αϋπνίες. Ευτυχώς το ουίσκι αρχίζει να με ζαλίζει λίγο. Κοιτάω τα δώρα που έχω πάρει για τους φίλους, στη σακούλα δίπλα στο γραφείο. Είμαι σίγουρος ότι θα τους αρέσουν. Τελικά, τα Χριστούγεννα χωρίς λαμπάκια μπορούν να είναι όμορφα. Πέφτω ήρεμος να κοιμηθώ.
Και δώρα φέροντες... Crazy Monkey (http://nassoskappa.blackwhitemag.net)
Τακούνι κόντρα
Έτρεμαν τα χέρια της. Σα να τα περνούσε ρεύμα. Πήγαινε να πιάσει το πορσελάνινο ροζ φλιτζάνι με το τσάι Κεϋλάνης, μα της γλιστρούσε και προσγειωνόταν πάνω στο πιατάκι με κρότο. Σπίθες από τα μάτια της. Η καύτρα του τσιγάρου κάτω. Είχε κρύο στην αίθουσα της τραπεζαρίας, μα εκείνη είχε ήδη βγάλει την κασμιρένια ζακέτα της. Στο μέτωπό της γυάλιζαν δυο σταγόνες ιδρώτα. Και κυλούσαν αργά στους κατακόκκινους κροτάφους της. Προσπαθούσα να διαβάσω την εφημερίδα μου, μα μου ήταν αδύνατο να πάρω τα μάτια μου από πάνω της. Όχι επειδή ήταν όμορφη. Δεν ήταν. Αχρωμο πρόσωπο, ουδέτερο. Είχε κάτι άλλο πάνω της που σε τραβούσε σα μαγνήτης. Κάτι δυνατό, σχεδόν σαν αμαρτία. Κάτι που έπρεπε να μείνει κρυφό μέσα της, όμως κατάφερνε και ξεγλιστρούσε προς τα έξω. Και προξενούσε στα δικά μου μάτια σαματά. Την έβλεπα να δαγκώνει τα χείλια της με δύναμη, μέχρι που τα μάτωσε. Είπα μέσα μου, ότι θα σταματήσει. Όμως συνέχιζε. Κοιτούσε μια έξω από το παράθυρο και χανόταν για ολόκληρα λεπτά και μια κατά το μεγάλο ρολόι του διαδρόμου. Απότομες κινήσεις. Μετά πάλι λες κι έψαχνε τον σερβιτόρο, χτένιζε τον χώρο και τα μάτια της έτρεχαν αριστερά δεξιά. Χτυπούσε το πόδι της, ολοένα και πιο έντονα, νόμιζα ρυθμικά, μα τελικά όχι. Τόσο όμως δυνατά που η μεταξωτή κάλτσα της έφυγε κάποια στιγμή και κύλησε μέχρι κάτω στον αστράγαλό της, εκείνη δεν το ένιωθε. Συνέχιζε να χτυπάει πια ασυναίσθητα το τακούνι της γόβας της κόντρα στο δεξί πόδι του τραπεζιού. Και τότε είδα τα μάτια της, όταν σε μια ακόμη σάρωση του χώρου, έπεσαν πάνω στα δικά μου για δυο δεύτερα, χωρίς να με δουν. Δεν είχε τίποτα από τη στολή του καμουφλάζ μπροστά τους. Θολά. Ήχος τακουνιού που σπάει. Δεν δίνει σημασία, σα να μην το άκουσε καν. Χωρίς ήχο πια χτυπάει το πόδι του τραπεζιού, σχεδόν νοητά. Χωρίς κόντρα.

Ghost Bastard
Θα του έφτιαχνα γιαουρτλού σουτζούκ με μπόλικο τούρμερικ και κόλιανδρο, που θα έγλειφε τα δάχτυλά του. Και αρνάκι ανατολίτικο με θυμάρι και σκόρδο στο φούρνο, να φάει και να σκάσει ο πασάς μου, τόσο που να παραδοθεί αμέσως μετά σε ύπνο γλυκό, σα μωρού, κι εγώ να τον καμαρώνω. Αντ’ αυτού, κάθομαι μόνη, στη Schottengasse αυτή τη φορά, και περιμένω τον μικρό σερβιτόρο με το αστείο παπιγιόν να μου φέρει εξεζητημένα ψητά μανιτάρια του δάσους με σως ταρτάρ, απλωμένα σε φύλλα σαλάτας, σωστά ομοιώματα χαρτονιού. Κατεβάζω το φρουτένιο λευκό Riesling μου κι αναστενάζω. «Μια πρόβα για πού;», αναρωτιόταν ο σοφός μου και μέσα του τον ρωτούσε φωναχτά, ήξερε πως τον ακούει. Απάντηση όμως δεν έπαιρνε, μήτε και τελικά πήρε ποτέ. Πως εκείνος ακόμα τον ψάχνει, κάθε χρόνο ίδια μέρα, σχεδόν ραντεβού. Γιατί πήρε μαζί του το νόημα. Έτσι θα του μιλούσα τώρα, αγριεμένα, γιατί σε ανοιχτούς δρόμους, άδειους, χάνεται και ακόμα περιμένει, πότε ειρωνικός και πότε απελπισμένος, τη μέρα που κατεβαίνοντας από το λεωφορείο της γραμμής θα πέσει επιτέλους επάνω σε εκείνον που βρίσκεται μέσα του, αλλά το βουλώνει πεισματικά. Επιδόρπιο παγωτό φιστίκι και σοκολάτα θέλω. Που θα σου άρεζε, σοφέ μου. Αλλά έχω μπροστά μου αμύγδαλο με Αmaretto και σιρόπι βατόμουρο, λιγωτικό και φλύαρο, πάνω σε βάφλες στρογγυλές, όπως τα φεγγάρια που αγαπάς. Κάπου ανάμεσα στα φίλτρα είναι εδώ γύρω ακόμα, τον νιώθω κι ας μην τον άγγιξα ποτέ, γι’ αυτό και τον ψάχνει, μια εδώ και μια εκεί. Είναι και που δεν πρόλαβε να του πει το για πού. Χωρίς προσανατολισμό ο μικρός εξερευνητής τώρα. Καθισμένος εδώ σε άλλη διάσταση, να τσαλαβουτάει στο σιρόπι βατόμουρο τα δάχτυλά του και να γελάει και με μένα την άγνωστη και με τις σκέψεις μου. Τελευταία μπουκιά, πίτα στο σιρόπι. Αδέξια, ξεφεύγουν δυο στάλες από το στόμα και λεκιάζω το πουκάμισο. «Εσύ φταις», ψιθυρίζω, μου κλείνει το μάτι.
 Miga miso aka οι τελειωμένοι αρραβώνες
Ήταν Σεπτέμβρης του ’79 όταν μου γνώρισαν τον Χάρη και επέμεναν από την πρώτη στιγμή όλοι, ότι έπρεπε να τον φωνάζω «Χαρούλη», μια αηδία.. Όχι ότι έχει όμως και καμία σημασία. Όλη η οικογένεια πάντως είχε βαλθεί να με παντρέψει μαζί του. Εκτός από τον παππού. Εκείνος έβαζε στο Sony πικάπ του το «Si tu te vas» του Julio Iglesias, και αφού λιγωνόταν από τη μελωδία, άρχιζε το παραμύθι, έτσι ο έρως, αλλιώς ο έρως, ο Μέγας και Ανίκητος. Κι εγώ να μη μπορώ να βγάλω λέξη. Τον κοιτούσα μόνο να μιλάει και εκστασιαζόμουν, το στοματάκι μου σχημάτιζε το γλυκό όμικρον της ευτυχίας. Μπορούσα να τον ακούω να μου μιλάει για αυτές τις σάχλες, ή να χορεύει επιδεικτικά φρενταστερίστικα με τη γιαγιά Ευαγγελία με τις ώρες. Αντίθετα, όταν με πήγαιναν να συναντήσω τον Χαρούλη, δεν άντεχα ούτε λεπτό. Έτρεχε από πίσω μου, τραβούσε το φορεματάκι μου, προσπαθούσε με κάθε πιθανή σαχλαμάρα που έβρισκε στο πάτωμα να τραβήξει την προσοχή μου. Εκείνες τις μέρες σίγουρα θα είχα συγκεντρώσει πάνω από ογδόντα μύγες και ένας Θεός ξέρει πόσα μυρμηγκάκια ψόφια στην ποδιά μου. Όλα τους δώρα για τους αρραβώνες μας, έτσι μου έλεγε. Μόνο εκείνη την ταράτσα αγαπούσα πολύ. Με τις μυρωδιές βασιλικού και γιασεμιού. Εκεί ήμασταν και την τελευταία φορά που τον είδα. Η ώρα ήρθε, ο πιτσιρικάς έβγαλε από την τσέπη του μια μικρή κόκκινη μπαλίτσα, μου την έδωσε και κοιτώντας με, μου είπε το πρώτο μου «σ’ αγαπώ». Κρατώντας ακόμα τη μπαλίτσα σφιχτά στην αγκαλιά μου, έδωσα μια και με όλη μου τη δύναμη έκανα τότε να φύγω, να πάω στον παππού, ήθελα να με πάρει να φύγουμε από κει. Δεν είχα ιδέα πως θα το κατάφερνα αυτό, τι λέξεις θα χρησιμοποιούσα. Τον πλησίασα, και ενώ ακόμα ένιωθα τα χέρια του Χαρούλη να προσπαθούν να με κρατήσουν, φώναξα με όλη μου τη δύναμη «SONY!».
 ΑΤΙΤΛΟ*
Στον Βέρθερο
Την πόρτα στον παραμυθόκηπο Επιτέλους άνοιξα Και είμαι ήδη μέσα Δέκα βήματα μπροστά.
Είμαι ένας παίκτης Ένας χορευτής δίχως έδαφος κάτω από τα πόδια, Λέω στον εαυτό μου και κοιτάζω κάτω χαμηλά, Λεπτά κομμάτια σανιδιού φέρουν οι πατούσες μου κάτω τους Και τρίζουν σιγανά.
Ίσως Ένα ποτάμι, ένας καταρράκτης, Ένας γέρος κροκόδειλος Που περιμένοντας με κοιτάζει, Μα από το στόμα του δε βγαίνει μιλιά.
Χώνω την άκρη της μύτης μου Ανάμεσα στην απαγορευμένη πόρτα Και μυρίζω παιδικό δέρμα, ίσως και φωτεινότητα.
Πίσω στην πλάτη μου το συναίσθημα Τώρα κάποιος θα με πιάσει με τα χέρια του Από τον σβέρκο Και με βροντερή φωνή Θα με ρωτήσει, Τι κάνεις εσύ εδώ;
Η είσοδος απαγορεύεται.
Κι όμως χιλιάδες μεταξένιες μικρές κλωστές Τυλιγμένες γύρω από το σώμα, Αγνωστο σώμα, Σώμα που ίσως ξέρει να πετάει.
Διασχίζω το διαμέρισμα, Τίποτα δεν έχει αλλάξει, Όμως τέλειωσε, έκλεισα την πόρτα εγώ ο ίδιος; Και όλα είναι τώρα διαφορετικά.
Ψάχνοντας μανιωδώς για ένα ποίημα, έπεσα πάνω στον Φλέμμιγκ. Ξεχασμένος από καιρό, έστεκε στο ράφι της βιβλιοθήκης και παρακαλούσε να τον πιάσω ξανά.
Αφησα τον αγαπημένο Μπρεχτ στην άκρη, έτσι κι αλλιώς οι ομοιοκαταληξίες του με μπέρδευαν πάντα στη μετάφραση, και ξεφύλλισα τη συλλογή του. Κάθε ποίημα κι από ένα υπέροχο μικρό σκίτσο σε άσπρο και μαύρο δίπλα του.
Σε αυτό, το άτιτλο, το σκίτσο δείχνει ένα αγόρι μικρό, με φτερά σαν πεταλούδας. Αγόρι λίγο φοβισμένο, γενναίο όμως. Με σκυμμένο το κεφάλι αλλά πονηρό βλέμμα. Ένα αγόρι Ντέμιαν που ερωτεύεται γοργόνες και συνομιλεί με νεράιδες και ξωτικά. Ένα αγόρι που έχει φτερά, μα δεν τα χρειάζεται. Τα έχει μόνο για να παίζει, ενίοτε, όταν πλήττει αφόρητα.
Ένας μικρός Τριστάνος.
Και Βέρθερος μαζί. Για σένα.
* Απο τη συλλογή Πηδήματα του Χανς Κουρτ Φλέμμιγκ (Βερολίνο, 1986)
Μια ιερή ξένη
Μου είπε ότι είχε να πει κι εγώ έμεινα βουβή. Για πολύ καιρό, μέρες και μήνες, βουβή. Αλλά ήταν μόλις λίγα λεπτά. Αστείο, αν σκεφτείς το βάρος της πεταλούδας. Μια φτερούγα δύο γραμμαρίων να προκαλεί τόσο σαματά.
Έτσι ήρθα εδώ. Αγνόησα τα παρακάλια τους, τις συμβουλές τους, τις αλυσίδες τους.
Για να κρυφτώ; Ποτέ. Δεν είμαι όμως σε θέση να εξηγήσω γιατί. Εδώ και καιρό δεν θέλω πια να εξηγώ τίποτα. Βαρέθηκα να δίνω εξηγήσεις για τη ζωή ενός κασκαντέρ, που δεν κατάφερα να ζήσω παρά μόνο στα κρυφά, τις στιγμές που δεν με πρόσεχε κανείς. Εκείνες εκτός προγράμματος.
Αποδέχτηκα όσα μου είπε. Ασμένως. Είμαι σίγουρη πως περίμενε να τον κοιτάξω με τα μάτια γεμάτα από κρυστάλλινα δάκρια και να ψελλίσω με λυγμούς την μάταιη ερώτηση.
Και μια άλλη μέσα μου, λίγο έλειψε να το κάνει. Μα την σταμάτησα. Της επέβαλα να κάτσει ήσυχα σα σεληνιασμένο νήπιο σε μια σκοτεινή γωνία και να βγάλει τον σκασμό. Σιγά μην της επέτρεπα να αρθρώσει δίχως δικαίωμα, με το δικό μου στόμα λόγια αδέσποτου.
Ήρθα και περιφέρομαι κρυφίως στο ομορφότερο ξενοδοχείο του κόσμου.
Μια ιερή ξένη. Που ένιωσε. Κάτι. Δεν έχει σημασία πια.
Όμως, γλυκό μου, δεν υπάρχει νύχτα που να μην έρθει, λίγο πριν το ξημέρωμα, την ώρα που όλα ησυχάζουν και είναι εκκωφαντικά απλά. Και τότε δεν έχω -για λίγο- τη δύναμη να τη διώξω. Μου λέει ιστορίες, για φίλτρα και τα κατακάθια τους, για μια αυταπάτη που ικέτευε να πιστέψω σε αυτήν, για τρελές πορείες στην επιπεδοχώρα. Όλα μια κραυγή ορφανού.
Ύστερα φεύγει πάλι, τόσο αβάσταχτα απότομα όσο εμφανίστηκε, αφήνοντάς με να αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν.
«Μια υπέροχη μέρα και σήμερα, σέρβιρέ μου, μικρέ, το πρωινό μου στο μπαλκόνι, να βλέπω τον ήλιο, μπας και καταφέρω να την αποβάλω. Με κάθε σταγόνα ιδρώτα, ολοένα και περισσότερο από αυτήν».
Κραντς & Λόμαιερ
Όταν έφτασα στη μελαγχολική Γοττίγγη, ο διαβόητος Γ.Β. είχε προ πολλού φύγει. Δεν τον γνώριζα τότε, φυσικά, είχα όμως ακούσει πολλά γι’ αυτόν. Κάθε πρωί κατέβαινα την Πρίντσεν Στράσσε με το ποδήλατο για να φτάσω στη Σχολή, όμως το σπίτι του, που έστεκε εκεί στη γωνία επί χρόνια, το πρόσεξα αργά. Όταν πια ήταν καιρός να πακετάρω τη δική μου απελπισία και να φύγω. Έγερνε, όπως ο Πύργος της Πίζας, τόσο πολύ που νόμιζες ότι σε λίγα δευτερόλεπτα θα σωριαστεί κάτω και θα γίνει σκόνη που θα σκορπίσει στον αέρα. Πολύ όμορφο, αν και τόσο δα. Κομψότατο μέσα στην υπέροχη απλότητά του. Το μόνο που θα ταίριαζε σε έναν φιλόσοφο της αισθητικής, έπρεπε να το είχα καταλάβει νωρίτερα, ίσως έτσι κατάφερνα να τον γνωρίσω προτού φύγει. Εκείνο το πρωί έσκασε το λάστιχο του ποδηλάτου στη Βέεντερ Στράσσε. Αναγκάστηκα να το σύρω μέχρι το καφέ «Κραντς & Λόμαιερ», διάολε, μιας και θα έχανα την πρώτη ώρα της διάλεξης, μπορούσα τουλάχιστον να απολαύσω λίγα μπισκοτάκια μάρτσιπαν και φρέσκο καφέ. Στο διπλανό τραπεζάκι μιλούσαν με πάθος δυο νεαρές για εκείνον. Έδειχναν το σπίτι του. «Έπρεπε, όπως στο παραμύθι, να τον ερωτευτεί η ομορφότερη βασιλοπούλα της Πόλης και να τον ζητήσει σε γάμο». Έτρεμα από τη συγκίνηση, όταν μου ανήγγειλε το pool boy την άφιξή του στο ξενοδοχείο. Ωστόσο δεν τόλμησα να χτυπήσω την πόρτα της σουίτας του. Από τις καμαριέρες έμαθα, ότι ήταν γεμάτη σκορπισμένα ροδόφυλλα και αναμμένες λαμπάδες. Παράφορα ερωτευμένος, περίμενε τους φίλους του να έρθουν να τον πάρουν, ντυμένο με τα γαμπριάτικα, να τον οδηγήσουν στο γραφικότερο ξωκκλήσι όλων, όπου τον περίμενε η Μπετίνα. Του έστειλα μονάχα ένα καλάθι ολόφρεσκες λίλιες, σαν αυτές που κρατούσε η Γκένζελιζλ. «Είθε να σας συντροφέψουν στο ωραιότερον της ζωής σας ταξείδιον». Μα δεν έμαθα αν τα πήρε. Οι κύριοι με τα λευκά ήρθαν πολύ γρήγορα.
Ο Ιούδας του εαυτού μου
Εκείνη τη μέρα δε μπορούσα λέξη να γράψω στο χαρτί. Το ρημάδι ήταν σα να με κορόιδευε, έτσι όπως με κοίταζε πονηρά μέσα στην ολόλευκή του ντεμέκ - αθωότητα. Κάθε προσπάθεια που έκανα αδύνατη. Πριν βγω από το δωμάτιο, πρέπει να είχα σκίσει με μίσος τουλάχιστον εκατό μουντζουρωμένες σελίδες. Βρήκα στον κήπο τις δυο τους να μουρμουρίζουν, δεν τις γνώριζα καλά, ωστόσο μου ήταν εξαιρετικά συμπαθείς, μέσα στην ομορφιά τους αφάνταστα ανάλαφρα ντελικάτ, δυο μικρές πριγκίπισσες. Σε μια ύστατη κι απεγνωσμένη προσπάθεια να κάνω το μυαλό μου να σωπάσει, τις ακολούθησα στον περίπατό τους, ελπίζοντας πως όταν επέστρεφα στη σουίτα μου, οι κόλλες χαρτιού θα με περίμεναν με φιλικές διαθέσεις. Μα δεν βρήκα ούτε τότε ησυχία. Πρόσεχα τις χειρονομίες τους, τα πρόσωπά τους, μα δεν άκουγα καν τι έλεγαν…Αδυνατούσα. Κλείστηκα πίσω στο δωμάτιό μου αμέσως, δεν άντεχα να είμαι δίπλα σε κόσμο ούτε λεπτό ακόμα, ένιωθα σα να μπορούσαν να δουν μέσα μου όλοι το τσουνάμι που είχε ξεσπάσει και δε μπορούσα να το επιτρέψω. Ήθελα να με τιμωρήσω για την ανυπακοή του νου μου. Εδώ είχα έρθει να δουλέψω, οι διακοπές δεν ήταν για μένα, έπρεπε να αφήσω πίσω μου πράγματα, είχα τόσα να πω και τίποτε δεν έδειχνε να θέλει οικιοθελώς να βγει από μέσα μου. Και τότε άκουσα από το παράθυρο τη φωνή του Στυλίτη και όλα σώπασαν… Το μαύρο γάλα της προδοσίας ήταν ολόλευκο μπροστά μου, ήμουν ο Ιούδας του εαυτού μου και Ιησούς μαζί. Προδίδεις μονάχα αυτό που σέβεσαι υπέρμετρα. Όλα τα άλλα δεν αξίζουν καν σταγόνα της προσοχής σου. Φίλησα τη γραφομηχανή και κατέβηκα στον κήπο. «Χρειάζομαι μια παγωμένη μαργαρίτα της αμαρτίας», είπα κλείνοντας το μάτι στην Winnie και γρήγορα το pool - boy κατέφθασε ντυμένο στα λευκά. «Προδίδετε το αγαπημένο σας ρούμι, λοιπόν», είπε ευγενικά κι έφυγε μέσα στην διαφανή χαζοαθωότητά του ευχαριστημένο.
Από πιτσιρίκα έτρεχα πάνω κάτω με ένα διαβατήριο ανάμεσα στα δόντια. Και πάντα κατάφερνα το ακατόρθωτο. Να φτάνω τελευταία και καταϊδρωμένη στον προορισμό μου, ακόμα κι αν ξεκινούσα μέρες πιο πριν. Σχέση με την έννοια «χρόνος» ανύπαρκτη. Για μένα είναι ρευστός σα μέλι. Κι ο χρόνος και ο χώρος μαζί. Όπως στη νεραϊδοχώρα.
Ονομάζομαι Κοκκινομποτίτσα και η σκούφια μου κρατάει από τα καταπράσινα βοσκοτόπια του Τιρόλου της Μίλκα.
Όποιος βιαστεί να με χαρακτηρίσει «Βαυαρέζα» είναι βαθιά νυχτωμένος. Οι Βαυαροί είναι άξεστοι αγελαδάρηδες, εμείς σέρνουμε ακόμα στο αίμα μας τη λατρεμένη Σίσσυ και τον διαφανή Φραντς, τους φρικτά μπλαζέ γαλαζοαίματους που κάποτε λικνίζονταν οληνυχτίς υπό τη μελωδία του «Γαλάζιου Δούναβη»,τον Κλιμτ και τον Φρόυντ με τις ταλαίπωρες θεωρίες του που του ρούφηξαν τελικά τα σωθικά.
Μισώ θανάσιμα την υστερικά μη ντελικάτ 'Αντριους στη «Μελωδία της ευτυχίας» και δεν συνηθίζω να κυνηγάω έντελβαϊς στα κατσάβραχα. Λατρεύω όμως τα σοκολατάκια με τη φάτσα του Μότσαρτ επάνω και λιώνω με τα χαζοβαλσάκια του Στράους. Είμαι σε θέση να πίνω καφέ κομποζαρισμένο με μπισκοτάκια βουτύρου, διαβάζοντας παραμύθια με πριγκίπισσες, ξωτικά και νεράϊδες επί πέντε ώρες σερί κι αν κάποιος τολμήσει να διακόψει την ιεροτελεστία μου, γίνομαι ο Εκδικητής αυτοπροσώπως. Όποιος τολμήσει να με πειράξει βρίσκει εαυτόν αυτόματα κάτω από τις ρόδες της μικρής μου αυτοκρατορικής, στο ιταλικό Τιρόλο φτιαγμένης βέσπας.
Με ρωτάνε, αν έχω εμμονές. Μία, με τον απαγωγέα του αγαπημένου μου μικρού βατράχου, ονόματι Ντέμιαν (αν και το συγκεκριμένο αγαπημένο πετ, μαθαίνω πως ζει με τριγύρω χρυσόσκονη σαν Βασιλιάς και μάλιστα δίπλα σε μια νεράϊδα, ονόματι Τζουν που τον λατρεύει, έτερον εκάτερον, δικός μου είναι και ΖΗΛΕΥΩ και μια μέρα θα εκδικηθώ πάραυτα, σκέφτομαι κάτι σε θάνατο, όχι φυσικά του ιδίου του πετ, αλλά του απαγωγέα του, και μάλιστα θάνατο συγκλονιστικό, καθόλου μπρουτάλ, από υπερβολική δόση μελιού και σοκολάτας και λιώνω από χαρά).
Πείσμα έχω. Πιάνεται;
Κοκκινομποτίτσα (Δια χειρος Discolata)
|