index.jpg

Δια χειρός > Ηοtel Memory > Ακων Δράκων

Ακων Δράκων


Αρκεσίλας


Ξαφνικά τον λούζει ο πρωινός ήλιος, κι ο Μπάμπης αναγκάζεται να ανοίξει τα μάτια.

Βαριά τα βλέφαρα, βαρύτερο το κεφάλι, το κορμί ασήκωτο. Ο αλκοολούχος ύπνος δεν βοήθησε και πολύ.

Σέρνει τα πόδια ως το μπάνιο. Ρίχνει λίγο νερό στο πρόσωπο και κοιτάζεται καλά στον καθρέφτη.

Μαύροι κύκλοι, σκληρά γένια, φαλάκρα, ρυτίδες — χάλι μαύρο…

Μετά από ένα πρόχειρο πρωινό και έναν πρώτο καφέ, ο κόσμος σιγά-σιγά σταματά να περιστρέφεται, ο πονοκέφαλος υποχωρεί και η αναπνοή βαθαίνει, κάπως.

Όπως κάθε χρόνο, στο νησί, έτσι και φέτος, η ίδια ιστορία: Έρχονται λεφούσια οι τουρίστες και πλημμυρίζουν τον τόπο — απονήρευτοι, ξανθοί, ροδοκόκκινοι, μπουκωμένοι μουσακά, βρομοκοπώντας τζατζίκι και με κόκκινο οινόπνευμα στις φλέβες. Αποπαίδια του Θεού και της ιστορίας (ο Μπάμπης έχει εμπεδώσει πλέον πως, όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες, εκείνοι έτρωγαν βαλανίδια), προσπαθούν με τον παρακμιακό αυτόν τρόπο να ξαναενωθούν με τις απώτατες ρίζες τους — όντας Έλληνες κατά βάθος, όπως όλοι, απανταχού της γης.

Κι ο Μπάμπης, έχοντας ξυπνήσει πια, με αγέρωχο ύφος, φορά το μαγιό, τη βερμούδα, τη χρυσή αλυσίδα, το ρολόι, τις σαγιονάρες και το μαύρο γυαλί, και κατεβαίνει στην παραλία — που κοντεύει να βουλιάξει απΆ το πλήθος. Περπατά βαριά δίπλα στα ξαπλωμένα ημίγυμνα αλλοδαπά κορμιά, ρίχνοντας κλεφτές ματιές ολόγυρα στους ατέλειωτους κώλους και τα αμέτρητα βυζιά που ήρθαν για να ζήσουν το μύθο τους στην Ελλάδα και που απλόχερα του χαρίζει και σήμερα το θρυλικό ελληνικό καλοκαίρι…


κι αισθάνετΆ
άλλοτε
σα βασιλιάς αναμεσίς στους υπηκόους του
κι άλλοτε πάλι
— ίσως την ίδια ακριβώς στιγμή —
σαν
άρχοντας εξόριστος
ανάμεσα
σε ξένους
— κι άγνωστους —
λαούς.





Μια απόφαση είναι όλα

Στριμώχνω τα πρησμένα πόδια μου στα παπούτσια, και σχεδόν τα ακούω να διαμαρτύρονται. Δεν δίνω σημασία — ξέρω ότι με τα πρώτα βήματα θα συνηθίσουν και πάλι. Σε λίγο δεν τα νιώθω πια. Σίγουρα τη νύχτα, που θα πέσω στο κρεβάτι, θα υποφέρω. Αλλά, ποιος νοιάζεται;

Ανεβαίνω προς τον Κεραμεικό, κι από ΅κεί στο Θησείο. Η θέα του ιερού βράχου είναι αρκετή για να ξανανιώσω. Είχα σκοπό να καθίσω σε κάποιο από τα καφενεία, να παραγγείλω καφέ και μηλόπιτα, και να ξεκουραστώ ατενίζοντας την Ακρόπολη με φόντο το σκούρο, πια, μπλε του ουρανού. Αλλά τώρα έχω μια καλύτερη θέα υπόψη. Ανηφορίζω την Αποστόλου Παύλου και φτάνω σΆ ένα παγκάκι έξω από το Ηρώδειο. Κάθομαι. Ακούγεται μουσική. Κάποια ορχήστρα κάνει πρόβα. Αναγνωρίζω τον Ποσειδώνα από τους Πλανήτες του Χολστ. Τώρα φαίνεται και το φεγγάρι, και το σκηνικό είναι, πια, τέλειο: μπροστά μου οι πέτρες του Ωδείου· από πίσω, ψηλά, ο Παρθενώνας· πιο δεξιά, η Σελήνη· και στα αυτιά μου οι ήχοι της ορχήστρας, γλυκύτεροι κι απΆ τη μηλόπιτα που στερήθηκα. Ανοίγω τον εαυτό μου, και παραδίνομαι στις αισθήσεις της όρασης και της ακοής. Η ψυχή μου βρίσκει ευκαιρία να λευτερωθεί για λίγο: φτερουγίζει πάνω απΆ την Αθήνα, για να ξεμουδιάσει, κι έρχεται και κουρνιάζει στον ώμο μου. «Πρέπει να το κάνεις συχνότερα αυτό», μου ψιθυρίζει, και ξαναμπαίνει μέσα μου.

Πολύ αργότερα, όταν η πρόβα τελειώνει, σηκώνομαι με κόπο και παίρνω, με μικρά και αργά βήματα, το δρόμο για το σπίτι. Ναι, ήταν όμορφα σήμερα. Ευτυχώς που υπάρχει κι αυτός ο βράχος στη μέση του χάους.

Θα το σκεφτόμουν, όμως, αυτό, αν είχα απλώς περάσει από δίπλα του βιαστικά για να πάω σε δουλειά, ή αν περπατούσα σκυφτός βρίζοντας τον εαυτό μου για όσα έκανα και δεν έκανα τα τελευταία τριάντα χρόνια;

Τα όμορφα μέρη ορίζονται απΆ τις όμορφες στιγμές…




Αξέχαστο χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν


Το διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου στο Κουκάκι λάμπει στολισμένο γιορτινά. Η μάνα στη κουζίνα, ετοιμάζει την τελευταία παρτίδα μεζεδάκια κι ο μικρός γιος, στο δωμάτιό του, διαλέγει μουσική για το ρεβεγιόν. Το δωμάτιο αυτό το μοιράζεται με το μεγαλύτερο αδελφό του, που βρίσκεται στο ψυχιατρείο. Η θεία έχει πάει να τον φέρει για να χαρούν όλοι μαζί αυτή τη βραδιά. Περιμένουν και φίλους από το σχολείο.

Στο λύκειο, μια μέρα στο διάλειμμα, έπεσε ξερός ο μεγάλος στην αυλή. Χτύπησε στο κεφάλι κι από τότε βασανίζεται από πονοκεφάλους. Τόσο ανυπόφορους, που τον πήγαν στο νοσοκομείο και από εκεί στο ψυχιατρείο για παρακολούθηση, γιατί οι πονοκέφαλοι του φέρναν τάσεις αυτοκτονίας. Με τη φαρμακευτική αγωγή νοιώθει καλύτερα, οι γιατροί είπαν πως η συμμετοχή του στη γιορτινή ατμόσφαιρα θα τον ωφελήσει.

Πράγματι, γελούν και τΆ αφτιά του μεγάλου μόλις μπαίνει σπίτι, η μάνα τον αγκαλιάζει και τον φιλά ηχηρά «τι κάνεις αγόρι μου» και «δε θα σΆ αφήσω να ξαναφύγεις, θα γίνεις καλά, θα δεις» του λέει και το πιστεύει. Ο μικρός αδελφός τον χτυπά στη πλάτη «τι κάνεις βρε πούστη, με τρόμαξες» του λέει και τον σπρώχνει μαλακά προς το δωμάτιο να διαλέξουν μαζί μουσική. Σκοτεινιάζει κι αρχίζουν τα κουδουνίσματα. Φτάνουν οι καλεσμένοι.

Η θεία ανοίγει την πόρτα χωρίς να ρωτά ποιος είναι, η μάνα σερβίρει ποτά και αραδιάζει πιατέλες, στα τραπεζάκια, στο μπουφέ, παντού, ώσπου ακούγεται ο γδούπος, τα κορναρίσματα και οι φωνές από το δρόμο, ο μικρός γιος φαίνεται στο άνοιγμα της πόρτας κίτρινος σαν το φλουρί «μόνος του έπεσε κάτω μάνα, δεν τον έσπρωξα εγώ» λέει και πέφτει κι αυτός στα πλακάκια.

Η μάνα κατεβαίνει γλιστρώντας σαν ξωτικό, απλώνεται πάνω από το φρέσκο κουφάρι και μαζεύει χυμένα μυαλά, τα χώνει στο τσακισμένο κρανίο, λες και θα ξαναδουλέψουν. Αστυνομία, καταθέσεις, διαπιστώνεται ατύχημα. Αντιμεθαύριο η κηδεία, μετά τις αργίες. Αξέχαστο χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν.


Και δώρα φέροντες... Ροδιά (http://rodiat.blogspot.com)









Το πρωινό ενός βουλιμικού μπλόγκερ



Η αφύπνιση στο κινητό χτυπά μονότονα, και η οθόνη του αναβοσβήνει με επιτακτικότητα. Η λιπαρή ανθρωπόμορφη μάζα αρχίζει να κινείται κάτω από τα σκεπάσματα, κι ένα πλοκάμι (ή μήπως είναι χέρι;) απλώνεται και σταματά το ενοχλητικό πρωινό «ήχος και φως».

Μια γρήγορη επίσκεψη στην τουαλέτα, κι αμέσως εκδρομή στο φούρνο «της γειτονιάς» — σε εισαγωγικά, γιατί απέχει τέσσερα ολόκληρα τετράγωνα, και τη διαδρομή αυτή τη μισεί, αν μπορούσε θα έσπαζε το πεζοδρόμιο, θα σήκωνε οδοφράγματα, θα ισοπέδωνε ολόκληρη την περιοχή.

Δεν μισεί τη διαδρομή — τον εαυτό του μισεί. Γιατί κάθε πρωί, χωρίς εξαίρεση, πρέπει (οπωσδήποτε) να πάει για την πρωινή σοδειά — δυο τυρόπιτες, δυο κασερόπιτες, ένα κρουασάν ζαμπόν-τυρί-μπεσαμέλ, δυο κρουασάν βουτύρου, ένα κρουασάν σοκολάτα, και για αργότερα ένα σακουλάκι τυροπιτάκια, δυο προφιτερόλ και ένα γεμιστό τσουρέκι. Και σοκολατούχο γάλα.

Η επιστροφή είναι γρήγορη — είναι πολύ ευκίνητος όταν είναι νηστικός, σχεδόν νευρικός. Πρέπει να καταστείλει αυτή την αίσθηση — δεν του αρέσει.

Φέρνει τη σοδειά στο γραφείο του και ανοίγει τον υπολογιστή. Καταπίνει τα πάντα σχεδόν αμάσητα, ενώ σερφάρει στα μπλογκ για να δει τι έγραψαν οι άλλοι αργά το βράδυ. Αυτός δεν μπορεί να ξενυχτήσει — τον πιάνει υπνηλία από τις 10, και ξυπνάει (με το ζόρι) στις 9. Και πάλι δεν του φτάνει ο ύπνος. Αν μπορούσε, θα κοιμόταν 14 ώρες. Αλλά πρέπει να δουλεύει και λίγο, γιατί η μαμά είπε ξεκάθαρα ότι δεν σκοπεύει να τον τρέφει άλλο — έχει περάσει τα 40, διάολε...

Σχολιάζει με κακεντρέχεια τα ποστ στα άλλα μπλογκ, με διαφορετικό ψευδώνυμο κάθε φορά, χτυπώντας με κόπο το (γεμάτο λίπος, ψίχουλα και σοκολάτα) πληκτρολόγιο. Του αρέσει να γράφει εντελώς παράλογα, αλλά με μια επίφαση λογικής, κάτι που ξέρει ότι θα κάνει έξω φρενών τους οικοδεσπότες και τους άλλους σχολιαστές. Είναι η μοναδική διασκέδαση που του έχει απομείνει — το φαγητό δεν του είναι πλέον απόλαυση, αλλά ανάγκη, σαν ναρκωτικό.

Τώρα, αυτήν ακριβώς τη στιγμή, του έρχεται μια καταπληκτική ιδέα. Κακή στιγμή, γιατί πρέπει να πάει στην τουαλέτα — είναι υπέρτατη ανάγκη.

Όταν βγει από την τουαλέτα, μετά από μιάμιση ώρα, θα την έχει ξεχάσει…





Περιμένοντας τον Τζόις


Εξοχή.

Πράσινο Γρασίδι.

Μεσημέρι.

Ο Ακων Δράκων κάθεται καταγής, μπροστά σε ένα απλωμένο τραπεζομάντιλο κι ένα καλάθι. Μπαίνει ο Σάμιουελ Μπέκετ.

ΑΔ: Α, ξανάρθες!
ΣΜ: Αλήθεια; Πότε;
ΑΔ: Τώρα. Κάτσε.
ΣΜ: Τι καλό έχουμε;
ΑΔ: Ψητό κοτόπουλο και κόκκινο κρασί – χύμα.
ΣΜ: Αυτό το λες φαγητό;
ΑΔ: Όχι, αλλά τρώγεται.
ΣΜ: Τουλάχιστον το κοτόπουλο ήταν μαριναρισμένο;
ΑΔ: Όχι.
ΣΜ: Α, καλά.

(Σιωπή).

ΑΔ: Αντε, λοιπόν, καλή μας όρεξη!
ΣΜ: Γεια μας!

(Υψώνουν ποτήρια· πίνουν. Για αρκετή ώρα ακούγεται ήχος μασήματος· και οι δυο μασούν με ανοιχτό στόμα, κοιτάζοντας αδιάφορα τριγύρω· παντού γρασίδι).

ΑΔ: Το φαγητό δεν ήταν και πολύ καλό, ε;
ΣΜ: Χάλια ήταν. Και κρύο.
ΑΔ: Ναι.

(Σιωπή).

ΣΜ: Λοιπόν, τι λες; Πάμε να φύγουμε;
ΑΔ: Δεν μπορούμε.
ΣΜ: Γιατί;
ΑΔ: Περιμένουμε τον Τζόις.
ΣΜ: Α, ναι.

(Σιωπή).

ΣΜ: Γιατί αργεί;
ΑΔ: Ποιος;
ΣΜ: Ο Τζόις.
ΑΔ: Δεν ξέρω. Ούτε χθες ήρθε.
ΣΜ: Ήμασταν εδώ χθες;
ΑΔ: Έτσι νομίζω.
ΣΜ: Α, δεν θυμάμαι.
ΑΔ: Μπορεί να γράφει.
ΣΜ: Μπορεί.

Μπαίνει διστακτικά ο Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς.

ΓΜΓ: Καλησπέρα.
ΑΔ: Παρακαλώ – τι θέλετε;
ΓΜΓ: Με έστειλε ο κ. Τζόις. Δεν θα μπορέσει να έρθει σήμερα, αλλά θα έρθει σίγουρα αύριο.
ΑΔ: Καλά, και χθες, το ίδιο δεν είπε;
ΣΜ: Ήμασταν εδώ χθες;
ΑΔ: Δεν θυμάμαι. Μπορεί.
ΓΜΓ: Κοτόπουλο φάγατε;
ΣΜ: Ναι. Θέλετε ένα κόκαλο;

Ο Γέιτς κοιτάζει ολόγυρα (παντού γρασίδι), και ορμάει με λύσσα στα υπολείμματα του κοτόπουλου. Τα τρώει με ανατριχιαστικό ήχο.

ΓΜΓ: Να πηγαίνω, λοιπόν. Καλή χώνεψη.
ΑΔ: Στο καλό, και τα χαιρετίσματά μας στον Τζόις.
ΣΜ: Σε ποιον;
ΑΔ: Στον Τζόις.
ΣΜ: Α, ναι. Σωστά.

Ο Γέιτς κοιτάζει περίεργα τον Μπέκετ, και φεύγει τρέχοντας.

ΑΔ: Νομίζω πως πρέπει να πηγαίνουμε.
ΣΜ: Δεν μπορούμε.
ΑΔ: Γιατί;
ΣΜ: Περιμένουμε τον Τζόις.
ΑΔ: Δεν θα έρθει σήμερα.
ΣΜ: Α, ναι.

(Σιωπή).

ΑΔ: Αρα, δεν αξίζει να περιμένουμε.
ΣΜ: Όχι, δεν αξίζει.

(Σιωπή).

ΑΔ: Πάμε;
ΣΜ: Πάμε.

Μένουν ακίνητοι.



Το αγόρι με τη δανεική καουμπόικη στολή

Από το πρωί κυνηγούσες τον ήλιο, μα εκείνος ήταν πιο γρήγορος.

Το μεσημέρι άρχιζες να απογοητεύεσαι. Το απόγευμα σε έβρισκε ηττημένο και λαχανιασμένο – με τα πόδια δεν γίνεται δουλειά. Η μοτοσικλέτα ήταν σαφώς ταχύτερη, αλλά και πάλι ο ήλιος σου ξέφευγε, ώσπου αποφάσιζες να πετάξεις, μήπως και τον προλάβεις. Απογειωνόσουν, έβγαζες φτερά και γινόσουν αετός, με γαμψή μύτη, κοφτερά νύχια και μακροσκοπική όραση, που έφερνε τον ήλιο πιο κοντά, αλλά μόνο στα μάτια σου, όχι στην πραγματικότητα. Μα πάντοτε τα όνειρα πτήσης γίνονταν όνειρα πτώσης, κι άρχιζες να πέφτεις μέσα σε φλόγες, σαν μετεωρίτης, σαν πεφταστέρι και σαν πυροτέχνημα, ένας άγγελος με τσακισμένα φτερά. Έκοβες τα φτερά για να σωθείς, κι άρχιζες ξανά απ' την αρχή, λες και δεν είχε υπάρξει χθες, λες και ζούσες μόνο για το αύριο, λες και το σήμερα ήταν απλώς η αφορμή. Και το κυνήγι του ήλιου συνεχιζόταν – ατέρμονο, ασίγαστο, ανελέητο – μα ο ήλιος συνεχώς απομακρυνόταν, κοκκίνιζε κι έδυε… και στεκόσουν κάθε βράδυ λουσμένος στο χρυσοκόκκινο φόντο, κι ενώ γύρω σου ο κόσμος σκοτείνιαζε είχες το βλέμμα καρφωμένο στον ήλιο, καθισμένος πάνω στο άλογό σου. Πάλι δεν τον είχες προλάβει, πάλι θα κοιμόσουν με την εικόνα του να χάνεται απ' τα μάτια σου, με την τελευταία του σπίθα να σβήνει ξαφνικά πάνω από τον ορίζοντα και να χάνεται ως την επόμενη αυγή. Και πάλι θα φούσκωνε ένα δάκρυ στο δεξί σου μάτι, θα ξεχείλιζε και θα έτρεχε στο μάγουλο, και θα έμπαινε στα χείλη σου για να νιώσεις την πίκρα της ήττας, για άλλη μια φορά. Και πάλι θα κοιμόσουν δίπλα στη γνωστή λίμνη και θα ξυπνούσες πριν χαράξει, για να αρχίσεις και πάλι το ίδιο ακατάπαυστο κυνηγητό, αφού πρώτα κοίταζες στην επιφάνειά της κι έβλεπες, στο θολό νερό της, το είδωλό σου, μια εικόνα πολύ γνώριμη...

...το αγόρι με τη δανεική καουμπόικη στολή.

Εκχώρηση Ονόματος .gr - Φιλοξενία Δικτυακού Τόπου - Κατασκευή & Ενημέρωση από την Ένωση Ελλήνων Χρηστών Internet